Ο δοξασμένος, καταραμένος πρίγκιπας της Νίκαιας
Ο Ρεμί αποχαιρετά τον Γιώργο Μαζωνάκη, τον άνθρωπο που κάποτε τον έκανε να αναθεωρήσει όσα πίστευε για το λαϊκό τραγούδι.
Το καλοκαίρι, στις αρχές του 2000, δούλευα στο εμπορικό τμήμα του Capital, στον ροκ σταθμό του G-Polly. Βρέθηκα στον Ωρωπό για ένα πάρτι του σταθμού μαζί με τον φίλο και κουμπάρο μου, τον Παναγιώτη. Αφού τελειώσαμε τα διαδικαστικά, ο Νείλος μάς πρότεινε να μείνουμε στο κλαμπ. «Έχουμε Μαζωνάκη», είπε. Χαμογέλασα δύσπιστα: «Αυτός είναι σκυλάς». Εκείνος γέλασε ήρεμα: «Κάτσε να τον ακούσεις. Είναι μεγάλος περφόρμερ».
Εκείνο το βράδυ διαψεύστηκα. Το μαγαζί γέμισε ασφυκτικά κι εγώ, που είχα έρθει γεμάτος βεβαιότητες, ένιωθα ήδη κάτι μέσα μου να υποχωρεί. Ύστερα βγήκε ο Γιώργος στη σκηνή. Δεν εμφανίστηκε απλώς· εισέβαλε στη νύχτα και την έκανε δική του. Είχε τη σπάνια δύναμη να κοιτάζει ένα πλήθος και να κάνει τον καθένα να νιώθει πως το τραγούδι απευθυνόταν μόνο σ’ αυτόν.
Έμεινε στη σκηνή σχεδόν πέντε ώρες. Κάθε φορά που πήγαινε να φύγει, ακουγόταν παντού το ίδιο «κι άλλο». Και εκείνος έμενε. Τραγούδησε Κόκκοτα, Μητροπάνο, Ζαμπέτα και Στέλιο Διονυσίου, όχι σαν να ερμήνευε ξένα τραγούδια, αλλά σαν να εξομολογούνταν. Τα περνούσε μέσα από το σώμα, τις χειρονομίες και τις σιωπές του και μας τα επέστρεφε ανανεωμένα. Ήταν θεατρικός χωρίς να γίνεται ψεύτικος, λαϊκός χωρίς να γίνεται εύκολος, πληθωρικός και εύθραυστος μαζί.
Τότε, πριν από είκοσι τρία χρόνια, οι διαχωρισμοί στα τραπέζια δεν ήταν τόσο σκληροί. Για λίγες ώρες δεν υπήρχαν επώνυμοι και άγνωστοι, γεμάτα και άδεια πορτοφόλια. Υπήρχε μόνο ένα μαγαζί που ανάσαινε σαν ένα σώμα. Ο Γιώργος αντάλλασσε ενέργεια με τον κόσμο ώσπου λύγισε. «Με εξάντλησε σήμερα η αγάπη σας», φώναξε σχεδόν δακρυσμένος. Δεν ακούστηκε σαν φιλοφρόνηση, αλλά σαν ομολογία ανθρώπου που είχε δώσει ό,τι είχε.
Όλα έδειχναν πως θα έκλεινε με το «Ξημερώνει πάλι». Έπειτα έκανε ένα μικρό νόημα στην ορχήστρα και ακούστηκε το ρεφρέν από το «Σ’ έχω κάνει Θεό». Ο κόσμος παραδόθηκε. Χέρια σηκώθηκαν, φωνές ενώθηκαν, μάτια γυάλισαν. Δεν ήταν πια μια συναυλία, αλλά ένα διονυσιακό ξέσπασμα, μια κοινή εξομολόγηση ανθρώπων που είχαν αγαπήσει, χάσει, συγχωρήσει και επέστρεφαν για να τραγουδήσουν άλλη μία φορά τον πόνο τους δυνατά.
Στην έξοδο με βρήκε ο Νείλος. «Λοιπόν;» με ρώτησε. Δεν είχα πια καμία από τις εύκολες απαντήσεις με τις οποίες είχα έρθει. «Είναι ο άτιμος πρίγκιπας της νύχτας», του είπα. «Θεατρικός, λαϊκός, τα έχει όλα». Από εκείνο το βράδυ τον είδα άλλες τέσσερις φορές. Καμία δεν έσβησε την πρώτη, γιατί τότε δεν γνώρισα απλώς έναν καλλιτέχνη· είδα μια προκατάληψη να γκρεμίζεται και στη θέση της να μένει ο θαυμασμός.
Γεννήθηκε στη Νίκαια, εκεί όπου οι αυλές, τα στενά και τα παλιά καφενεία κράτησαν για χρόνια τη φωνή των ρεμπετών. Από εκείνους πήρε τη μελαγχολία που κρύβεται πίσω από κάθε μεγάλο λαϊκό τραγούδι. Ίσως, όμως, κανείς να μην του είπε πως πολλοί από όσους αγάπησε έφυγαν νωρίς, παρεξηγημένοι και κυνηγημένοι.
Ο Γιώργος δεν ξέχασε ποτέ τη Νίκαια. Γύριζε στη μάνα και στις θείες του, αναζητούσε τις γνώριμες γεύσεις της γειτονιάς και πήγαινε για σουβλάκια στον Παναγιώτη, στη Γρηγορίου Λαμπράκη. Τη συναυλία για τα τριάντα χρόνια την έκανε στο Κατράκειο, ενώ τραγούδησε και στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού. Αυτές οι επιστροφές δεν ήταν δημόσιες σχέσεις.
Γι’ αυτό και όσα συνέβησαν αργότερα πρέπει να του κόστισαν βαθιά: ο εγκλεισμός, οι ψίθυροι για ουσίες και άλλα σκάνδαλα, η αίσθηση πως κόπηκε βίαια από τις ρίζες του.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης, άλλωστε, δεν συστήθηκε ποτέ ως το «σωστό, ορθό παιδί». Συστήθηκε ως παιδί της νύχτας, φτιαγμένο από τα υλικά και τις κατάρες εκείνων που αγάπησε: των παλιών, παρεξηγημένων μορφών του λαϊκού κόσμου, των ανθρώπων που η κοινωνία πρώτα απομάκρυνε και ύστερα αναγνώρισε.
Κάτι τέτοιο υπήρξε κι εκείνος: πιο λαμπερός, πιο θεατρικός, μα με την ίδια ρωγμή στην ψυχή. Ένας δοξασμένος και καταραμένος πρίγκιπας της Νίκαιας, που έμαθε να μετατρέπει τις πληγές του σε τραγούδι — και να κάνει τις δικές μας πληγές, έστω για μια νύχτα, να μοιάζουν λιγότερο μοναχικές.