Το «Θανάσιμα Πλούσιος» διψάει για πολυτέλεια, αίμα και δικαιοσύνη

Το «Θανάσιμα Πλούσιος» διψάει για πολυτέλεια, αίμα και δικαιοσύνη

Ο Γκλεν Πάουελ και η Μάργκαρετ Κουάλι παίζουν σε μια μαύρη κωμωδία που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μας.

Προσπαθώ να θυμηθώ πόσες φορές μέσα στα τελευταία χρόνια το Χόλιγουντ έχει έρθει και μου έχει ψιθυρίσει γλυκα στο αυτί ότι θέλει να «φάω τους πλούσιους». Το «Τρίγωνο της Θλίψης», το «Μενού», το «Saltburn», τρία από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα, είχαν το θάρρος και το θράσος να μας κοιτάξουν στα μάτια και να ισχυριστούν πως γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος, θα γυρίσει ο τροχός και ούτω καθεξής. Και οι τρεις μοιάζουν να βασίζονται στην ιδέα πως αυτά είναι τα πράγματα που θέλει να βλέπει το νεαρό κοινό, που έχει απογοτευτεί από τον καπιταλισμό και παρακολουθεί τη μαρξιστική θεωρία στο πανεπιστήμιο. Σε αυτές τις ταινίες έρχεται να προστεθεί το «Θανάσιμα Πλούσιος», η νέα μαύρη κωμωδία του Τζον Πάτον Φορντ.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις





Πρόσθεσε το Exodos στη Google

Ο Μπέκετ είναι γόνος της πάμπλουτης οικογένειας Ρεντφέλοου, αλλά, αφού ο παππούς του αποκλήρωσε τη μητέρα του, έχει περάσει ολόκληρη τη ζωή του να ζει ως κοινός θνητός. Μεγαλωμένος με την πεποίθηση πως είναι φτιαγμένος για κάτι καλύτερο, αποφασίζει να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να αποκτήσει πρόσβαση στην κληρονομιά των Ρεντφέλοου. Ακόμη και να σκοτώσει τους υπόλοιπους κληρονόμους της οικογένειας έναν-έναν.

Κάθε φόνος, μισή ιστορία

Πρόκειται για το ριμέικ της βρετανικής κωμωδίας «Kind Hearts and Coronets», όπου η Εδουρδιανή Αγγλία δίνει τη θέση της στις σύγχρονες Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και το Δουκάτο του Σάλφοντ σε μια μυθική περιουσία δισεκατομμυρίων. Ο Γκλεν Πάουελ (ίσως η πιο ταιριαστή επιλογή για το ρόλο του φιλόδοξου Μπέκετ) αφηγείται την ιστορία του από το κελί της φυλακής, λίγες ώρες πριν τη θανατική του ποινή, και μας περιγράφει τους επτά φόνους που χρειάστηκε να διαπράξει για να καταφέρει να αποκτήσει πρόσβαση στην κληρονομιά της οικογένειάς του. 

Στην αρχή, οι δολοφονίες λειτουργούν ως κριτική απέναντι στην πολυτελή ζωή των συγγενών του: είναι δύσκολο να στεναχωρηθούμε για τον θάνατο του ξάδερφού του όταν μόλις τον έχουμε δει να πετάει χούφτες από χαρτονομίσματα από ένα ελικόπτερο στους φτωχούς θαμώνες ενός πάρτι. Τη δεύτερη φορά, το θύμα του μοιάζει να ενσαρκώνει οτιδήποτε πηγαίνει στραβά με τον νεποτισμό στην καλλιτεχνική σκηνή στη Νέα Υόρκη και η πράξη της δολοφονίας συνοδεύεται από μια αναμενόμενη πλην απτή σάτιρα. Κάπου εκεί είναι που το «Θανάσιμα Πλούσιος» εγκαταλείπει κάθε φιλοδοξία κοινωνικής κριτικής και αρκείται στο ρόλο μιας συμβατικής κωμωδίας. Αυτό που ακολουθεί είναι μια διεκπεραιωτική και φλύαρη επανάληψη της μέχρι τώρα διαδικασίας, όσο οι συγγενείς του Μπέκετ σταδιακά εξαφανίζονται.

Και το όνομα αυτού: «flat liner»

Μπορεί να φταίει η επανάληψη, μπορεί να φταίει η κυνικότητα, μπορεί να φταίνε τ’ άστρα. Πάντως, ακόμη και στις πιο τρυφερές ή στενάχωρες στιγμές του ήρωά μας, το να νιώσουμε οποιοδήποτε συναίσθημα είναι από δύσκολο έως ακατόρθωτο. Παρά την παιχνιδιάρικη ενέργειά του και την απολαυστική ερμηνεία της Μάργκαρετ Κουάλι ως φαμ φατάλ, το «Θανάσιμα Πλούσιος» δεν καταφέρνει τελικά να μας διασκεδάσει όσο θα περιμέναμε. Σαν να λέμε, καλύτερα να δούμε την ταινία του Ρόμπερτ Χάμερ.

Σχετικές καταχωρίσεις

Σχετικά άρθρα