The Boy: «Δεν είμαι πάντα σίγουρος αν θέλω να επικοινωνώ αυτά που κάνω στο σινεμά και τη μουσική»
Το πολυθέαμα που στήνει στη Στέγη με τον ευρηματικό τίτλο «Δεν ταξίδεψα ποτέ στην Αυστραλία». Το «Σουέλ» της Ιωάννας Καρυστιάνη που μετέφερε στο σινεμά. Δυό πολύ καλοί λόγοι για μια συνέντευξη με τον Αλέξανδρο Βούλγαρη που ό,τι «πιάνει», γίνεται σινεμά και μουσική, εικόνα και ήχος. Σίγουρα από χρυσό, και απολύτως προσωπικό σε στυλ, γλώσσα, ύφος.
Θα ξεκινήσω κάπως αυτοαναφορικά και λίγο παράδοξα, από το … μετά της συνέντευξης, δηλαδή τι έκανα όταν γύρισα στο σπίτι αφού είχαμε πιει καφέ με τον Αλέξανδρο Βούλγαρη (The Βoy) και είχαμε κάνει μια ωραία, ήρεμη, κουβέντα. Είναι χαμηλών τόνων ο Αλέξανδρος, κι αυτό κάπως επιβάλλει, με φυσικό τρόπο, να γίνουν όλα «ήσυχα, ήσυχα κι απλά», όπως έγραψε ο ποιητής. Άρχισα λοιπόν να γκουγκλάρω διάφορα για το αυστραλιανό σινεμά, πέρα από τα «βασικά» που είναι το σινεμά του Πίτερ Γουίαρ (ο οποίος έχει κάνει και τα πολύ εμπορικά, και αμερικάνικα «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών», «The truman show), η «Αυστραλία» του Μπαζ Λούρμαν ή τα ντοκιμαντέρ για τους Αβορίγινες. Ας όψεται η αγάπη του για την Αυστραλία, που ξεκίνησε πριν από δώδεκα χρόνια ως περιέργεια για το σινεμά της, και κατέληξε μια συνεχώς εξελισσόμενη περιπέτεια γνώσης και επαφής με την κουλτούρα, τον πολιτισμό, την πολιτική της. Όψεις αυτού του σύμπαντος θα δούμε σε λίγες μέρες, από τις 5 έως τις 7 Ιουνίου στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, όπου ο Αλέξανδρος Βούλγαρης έχει οργανώσει, στήσει, επιμεληθεί ένα πολύπτυχο θέαμα που λέγεται «Δεν ταξίδεψα ποτέ στην Αυστραλία», θυμίζει «σκηνή καταδίωξης σε αυστραλιανό ozploitation φιλμ της δεκαετίας του ’80» και παίρνει τη μορφή «συναυλίας (με τη Δεσποινίς Τρίχρωμη), θεατρικής παράστασης, προβολών (21 ταινίες στο σύνολο, και για πρώτη φορά αφιέρωμα στα ντοκιμαντέρ του αυστραλιανού new wave), βίντεο εγκατάστασης, έκθεση φωτογραφίας, ταξιδιού σε όλες τις σκηνές, τους διαδρόμους, τα φουαγιέ. Ενώ η νέα του μεγάλου μήκους ταινία, «Μαραλίνγκα Μανινγκρίντα Μανταμαρού» θα συνδεθεί με μια φωτογραφική έκθεση της Μυρτώς Τζίμα. Αν δεν είναι αυτό μια πραγματική, και ολιστική, καλλιτεχνική κατάληψη της Στέγης, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να είναι.
«Όλη αυτή η υπόθεση είναι κάτι που εμένα με συγκινεί πολύ προσωπικά, με φορτίζει έντονα», μου εξηγεί εξαρχής, και σκέφτομαι ότι ο The boy, έχει αυτό το χάρισμα, να σε κάνει να θες να αφεθείς στους κόσμους που δημιουργεί είτε στο σινεμά του, είτε στη μουσική του. Μάλλον αυτό ισχύει και αυτή τη φορά, σε όσα θα δούμε στη Στέγη, που είναι ψηφιδωτά, όψεις, πτυχές της δικής του «Αυστραλίας» κι ας μην έχει ταξιδέψει ποτέ σε αυτή την μακρινή χώρα, όπως ομολογεί και στον τίτλο.
Μιλήσαμε φυσικά για την Αυστραλία, κουβεντιάσαμε και για το «Σουέλ» (εκδ. Καστανιώτη) το βιβλίο της Ιωάννας Καρυστιάνη που αγαπήθηκε τόσο πολύ από όταν προωτοκυκλοφόρησε το 2006 και που ο Αλέξανδρος μετέφερε στο σινεμά (στις αίθουσες τον Δεκέμβριο από την Tanweer) με ένα λαμπρό καστ: Βαγγέλης Μουρίκης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μαρία Καβογιάννη, Ακύλλας Καραζήσης, Μανόλης Μαυροματάκης, Δημήτρης Καπουράνης θα ζωντανέψουν την ιστορία του Μήτσου Aυγουστή, του καπετάνιου που δε θέλει να αφήσει τη θάλασσα (αλλά είναι και η θάλασσα που δεν τον επιστρέφει, όπως έχουμε διαβάσει στο βιβλίο) και να στεριώσει στην ξηρά, ούτε στα εβδομηνταπέντε του χρόνια, γιατί το καράβι έχει γίνει η δική του πατρίδα, εκτός και κυρίως, εντός του. Παρόλο που έχει χάσει την όραση του, καταφέρνει ακόμα να κυβερνά το πλοίο του, κρατώντας καλά φυλαγμένο το μυστικό του στους βουβούς κυματισμούς του ωκεανού, στα σουέλ…
Θα μπορούσα να μιλάω με τον Αλέξανδρο Βούλγαρη με τις ώρες για το σινεμά, για τις αγαπημένες μας ταινίες, για τον Κόπολα και τον Σκορσέζε, για τον Λάνθιμο και άλλους. Το κάναμε λίγο κι αυτό, πριν πατηθεί το “record” και μετά το “stop”. Ακολουθούν όσα είπαμε όσο έγραφε το κασετοφωνάκι.
Θέλω να καταλάβω τι είναι η Αυστραλία για σένα. «Αυστραλία» βάφτισες το τελευταίο σου άλμπουμ (10ο), «Δεν ταξίδεψα ποτέ στην Αυστραλία» ονόμασες και το πολύπτυχο θέαμα στη Στέγη. Είναι σημείο στο χάρτη, ιδιαίτερος τόπος, ιδέα, τέχνη, συμβολισμός; Τι και γιατί;
Εδώ και δώδεκα περίπου χρόνια η βασική μου πηγή έμπευσης και επιρροή καλλιτεχνικά είναι ο αυστραλέζικος κινηματογράφος. Το γιατί προέκυψε αυτή η σχέση με την Αυστραλία δεν είναι κάτι που μπορώ να το εξηγήσω, ούτε θέλω, ούτε προσπαθώ να βρω απαντήσεις, απλά είναι μια χώρα που με ενδιαφέρει πολύ. Πράγματα που διαβάζω με φορτίζουν, με κάνουν να θέλω να ασχοληθώ περισσότερο. Δεν μου συνέβη σταδιακά, μάλλον ξαφνικά. Μία μέρα που δεν είχα δουλειά, έτυχε να διαβάσω ένα άρθρο για μία αυστραλέζικη ταινία, το «Wake in fright» του Τεντ Κότσεφ, την οποία πρότεινε ο Σκορσέζε-ήταν χαμένη για χρόνια και πρότεινε την προβολή της στο φεστιβάλ των Καννών. Μου ακούστηκε ενδιαφέρουσα, την βρήκα και την είδα. Με το που τελείωσε άρχισα λίγο να ψάχνω, βρήκα μια δεύτερη ταινία που με ενδιέφερε, την είδα κι αυτή-ήταν το «David’s playground» του Φρεντ Σκεπίζι- και κάπως κατευθείαν πήρα την απόφαση να ασχοληθώ με την Αυστραλία, να μάθω τη χώρα μέσα από τις αφηγήσεις των κινηματογραφιστών της με έναν τρόπο που θα περιέγραφα ως εξής: πώς ξέρουμε το ελληνικό σινεμά και ακούμε σε μια ελληνική ταινία να μιλάνε για την Πάτρα ή για την Πτολεμαίδα και καταλαβαίνουμε τι σημαίνουν αυτά, ή βλέπουμε ηθοποιούς σαν τον Μουρίκη ή τον Βέγγο και επίσης, καταλαβαίνουμε ότι αυτοί κάτι σημαίνουν, ή «πιάνουμε» το ελληνικό χιούμορ. Ήθελα λοιπόν να αποκτήσω μια σχέση έντονης οικειότητας με το αυστραλέζικο σινεμά και την Αυστραλία. Σε αυτό που στήσαμε στη Στέγη με τους φίλους συνεργάτες, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε τη δική μας Αυστραλία.
Εκτός από τρομερά ενδιαφέρον, μου ακούγεται και πολύ φιλόδοξο. Σκέφτομαι όσο μιλάς ότι οι σινεφίλ ξεχωρίζουμε εθνικές κινηματογραφίες, λέμε πχ ότι αγαπάμε το ιρανικό σινεμά ή το ρουμάνικο που είναι πλέον αρκετά οικεία για εμάς, αλλά το αυστραλιανό είναι, πώς να το πω, όχι maistream.
Αυτό μου είχε κάνει εντύπωση, ότι δηλαδή ενώ πρόκειται για αγγλόφωνο σινεμά που είναι κάπως οικείο σε όλους μας, για κάποιο λόγο έβλεπα ότι ακόμα και οι φίλοι μου σκηνοθέτες που βλέπουν άπειρες ταινίες, είχαν επιφανειακή σχέση με αυτό το σινεμά, σαν να λέμε ήξεραν τα sos. Αυτός που θέλει να δει μια αγγλόφωνη ταινία είναι πιο πιθανό να επιλέξει μια αμερικάνικη ή μια βρετανική, κι μια αυσταλέζικη. Επίσης, το ιρανικό ή το ρουμάνικκο σινεμά φαίνεται σαν κάτι πιο συγκεκριμένο σαν πρώτη αίσθηση.
Δώδεκα χρόνια μετά τον έπιασες τον στόχο σου;
Νομίζω ότι όταν ξεκινάς να ασχολείσαι με κάτι στην αρχή που έχεις δει και έχεις ακούσει πέντε-δέκα πράγματα νομίζεις ότι ό,τι ήταν να βρεις το βρήκες, και όσο ψάχνεις τόσο καταλαβαίνεις ότι αυτό δεν τελειώνει. Σκέψου κάποιος να προσπαθήσει να κατανοήσει την Ελλάδα βλέποντας ταινίες και διαβάζοντας βιβλία-είναι ένα πρότζεκτ που δεν τελειώνει. Μέχρι τώρα το ενδιαφέρον μου κινήθηκε κυρίως γύρω από το σινεμά και το τι αντιλαμβανόμουν μέσα από αυτό για την πολιτική, την ιστορία, κτλ. Οπότε φέτος το «άνοιξα» αρχίζοντας να ψάχνω περισσότερο τις υπόλοιπες τέχνες, την ιστορία και την πολιτική, και ήταν σαν λερναία ύδρα. Εκεί που νόμιζα ότι κάτι τελείωνε, ξεκινούσε κάτι άλλο αφού όλη την ώρα έπεφτα πάνω σε πράγματα που με ενδιέφεραν πολύ, σε περιόδους, σε συσχετισμούς.

Για κάποιον που δεν γνωρίζει το σινεμά της Αυστραλίας, και γενικά τον πολιτισμό της, πώς θα το σύστηνες με λίγα λόγια, τι tips θα έδινες;
Θα του έλεγα τρία βασικά πράγματα. Το ένα είναι ότι σαν βάση είναι μια πιο ακραία εκδοχή της αμερικάνικης και της βρετανικής τέχνης, πιο ακραία σε όλα τα επίπεδα, ας πούμε παρουσίασης συναισθημάτων, που είναι πιο υπερβολικά, πιο βίαια, πολύ πιο. Είναι αυτό που έλεγε ο Ταραντίνο- γιατί κι αυτός έχει εμμονή με το αυστραλιανό σινεμά- ότι στο αυστραλιανό σινεμά ακόμα και σε μια ρομαντική κομεντί σε κάποια φάση υπάρχει μια ακραία βίαιη καταδίωξη όπου διαλύονται τα πάντα. Το δεύτερο πολύ βασικό στοιχείο είναι η σχέση με τη φύση. Πολύ σπάνια θα δεις αυστραλέζικη ταινία όπου η φύση δεν είναι βασικός χαρακτήρας. Για τους Αβορίγινες η σχέση τους με τη φύση είναι το πιο βασικό πράγμα αλλά και για τους λευκούς ακριβώς επειδή πήγαν σε μια ήπειρο τεράστια. Η σχέση με τη φύση έγινε πολύ βασικό κομμάτι της καλλιτεχνικής έκφρασης και μια μορφή αυτής της σχέσης ήταν ακόμα και ο φόβος εξαφάνισης που είχαν- ήταν και κάτι σαν σύνδρομο. Στα τέλη του 19ου αιώνα όταν πήγαιναν στην Αυστραλία φοβόντουσαν ότι θα εξαφανιστούν. Το δείχνει και ο Πίτερ Γουίαρ στο «Picnic at hanging rock». Και στη ζωγραφική ας πούμε υπήρχε η σχολή της Χαΐδελβέργης, τέλη 19ου, που ήταν Αυστραλοί ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι οι οποίοι επί της ουσίας ήταν Ευρωπαίοι που πήγαν στην Αυστραλία στα 20-25 τους και βλέποντας τη φύση έφταναν στη Χαιδελβέργη, ένα προάστιο της Μελβούρνης όπου δεν είχε ακόμα ηλεκτρικό οπότε ήταν φτηνά τα ενοίκια, και γίνονταν ζωγράφοι en plein air, ζούσαν έξω, σε σκηνές και ζωγράφιζαν τη φύση. Και το τρίτο στοιχείο είναι η αίσθηση μυστηρίου. Νομίζω ότι πια στην εποχή μας είναι πολύ σπάνιο να βλέπεις σε μια τύπου δυτική κοινωνία να συνυπάρχουν άθρωποι ας πούμε δυτικής ανάγνωσης με ανθρώπους του μυστηρίου, όπως είναι οι Αβορίγινες, οι οποίοι ακόμα και τώρα αντιλαμβάνονται με έναν διαφορετικό τρόπο την καθημερινότητα τους, τη ζωή τους, τη φύση. Ακόμα κι αυτά που ξέρουμε για τους αβορίγινες είναι λανθασμένες μεταφράσεις των πρώιμων ανθρωπολόγων. Δεν μεταφράζεται εύκολα η κουλτούρα τους σε εμάς και είναι δύσκολο να την κατανοήσουμε.
Λοιπόν μου έλεγες ότι όλη αυτή η υπόθεση είναι κάτι που σε συγκινεί εσένα προσωπικά και μου επιβεβαιώνεις την αίσθηση που έχω ότι όλα όσα κάνεις, είτε στο σινεμά είτε μουσική, είναι πάντα πολύ προσωπικά. Δεν εννοώ ότι κάποιος που δουλεύει πάνω σε ένα πιο mainstram project ή σε κάτι που του έχει ανατεθεί δεν το παίρνει προσωπικά και δεν γίνεται δικό του, απλά εσύ μου δίνεις την εντύπωση ότι όταν ασχολείσαι με κάτι κάπως σε καίει.
Μιλούσαμε πριν ξεκινήσουμε τη συνέντευξη για τον Κόπολα. Επειδή κι εγώ βρίσκομαι σε μια κοπολική κατάσταση εδώ και κάποια χρόνια- εδώ και 2-3 χρόνια επανέρχομαι κάπως σε αυτόν και έχω αρχίσει να διαβάζω πάλι σχετικά- νομίζω ότι κάθε επιλογή που παίρνεις, είναι αυτό που ταιριάζει σε εσένα. Ακόμα και μια maistream ταινία να κάνεις θα σου φέρουνε δυό ρούχα να επιλέξεις για τον ηθοποιό, θα σου δείξουν δύο κουρέματα, θα δεις ένα σενάριο. Η επιλογή είναι το δικό σου γούστο, αυτό που συγκινεί εσένα. Οπότε νομίζω ότι για να είναι κάτι προσωπικό δεν είναι απαραίτητο να μιλάς για τα παιδικά σου χρόνια, για το μέρος καταγωγής σου ή να φτιάχνεις κινηματογραφικά σκηνές που έχεις ζήσει. Όπως ο «Νονός» ας πούμε που λέγαμε προηγουμένως είναι μια πολύ προσωπική ταινία του Κόπολα ασχέτως εάν προέρχεται από το βιβλίο κάποιου άλλου, ασχέτως του ότι είναι μια εμπορική ταινία που δεν ήταν δικό του πρότζεκτ αλλά του το πρότειναν. Τίποτα από αυτά δεν τον εμπόδισε απ’ το να κάνει μια πολύ προσωπική ταινία. Οπότε κάπως έτσι το βλέπω. Κάποιος μπορεί να σκεφτεί τι σχέση έχει ο Αλέξανδρος με την Αυστραλία. Δε θεωρώ περίεργο το να συγκινούμαστε με διαφορετικούς λαούς και περιοχές. Γιατί μας ενδιαφέρει τι συμβαίνει στην Γάζα και δεν μας ενδιαφέρει μόνο αυτό που συμβαίνει στην γειτονιά μας; Επειδή μας απασχολούν οι άνθρωποι παντού.

@Νικηφόρος Ζυλάλης
«Δεν ταξίδεψα ποτέ στην Αυστραλία» είναι ο τίτλος του πολύπτυχου θεάματος στη Στέγη. Επέλεξες μια δήλωση που δεν έχει κατάφαση. Ενδιαφέρον.
Τυχαίνει να μου αρέσουν αρκετά και κάποια έργα τέχνης που έχουν αυτό το χαρακτηριστικό, δηλαδή κάποιος να μιλάει για κάποιο μέρος, να προσπαθεί να το ζωντανέψει σαν να είναι ρεαλιστικό χωρίς όμως, να το γνωρίζει. Για παράδειγμα ο Κάφκα δεν είχε πάει ποτέ στην Αμερική και έγραψε το βιβλίο «Αμερική». Οι ταινίες εποχής ή επιστημονικής φαντασίας δεν είναι κάτι παρόμοιο; Μιλάς για μια εποχή που δεν γνωρίζεις και προσπαθείς να την αναπαραστήσεις με έναν τρόπο πιστευτό.
Αλέξανδρε, φαντάστηκες ποτέ τη ζωή σου έξω από το σινεμά και την μουσική;
Ναι, βέβαια. Περισσότερο μεγαλώνοντας, όταν ήμουν μικρός όχι τόσο. Η σχέση μου με τον κινηματογράφο και τη μουσική δεν έχει μπει ποτέ στο μικροσκόπιο του αν είναι όντως κάτι πολύ σημαντικό για μένα ή όχι. Το σινεμά παραμένει κάτι τεράστιο για μένα. Δεν έχω σκεφτεί επί της ουσίας να το αφήσω, αυτό όμως για το οποίο δεν είμαι πάντα σίγουρος είναι το αν θέλω να επικοινωνώ σε άλλους ανθρώπους αυτά που κάνω. Αναφέρομαι στο κομμάτι της έκθεσης, αυτό είναι κάτι που σε γενικές γραμμές με δυσκολεύει ή δεν μου είναι κάθε φορά ευχάριστο, πράγμα που είναι κάπως οξύμορο γιατί τα καλλιτεχνικά τα κάνεις για να τα δούνε άλλοι άνθρωποι. Αυτή λοιπόν η σχέση μου έχει δημιουργήσει κάποιες φορές τη διάθεση να πω «θέλω να σταματήσω», που αυτό δε θα ήταν να σταματήσω να κάνω ταινίες ή μουσική αλλά να σταματήσω να τα δείχνω.

Τι άλλο επάγγελμα θα διάλεγες; Ποιό θα ήταν το plan be;
Μάγειρας μάλλον. Αυτό που θέλω γενικά να πω είναι ότι και εμείς, όπως όλοι, μπορεί ιδανικά κάποια πράγματα που κάνουμε να μην θέλαμε να τα κάνουμε αλλά είναι η δουλειά μας. Οι ταινίες είναι ένα κομμάτι της δουλειάς μου, κάνω κι άλλα πράγματα, μουσικές για άλλες ταινίες, διδάσκω σε σχολή, κ.α.
Πάμε στο «Σουέλ», ένα βιβλίο που έχει αγαπηθεί πολύ και περιμέναμε χρόνια να γίνει ταινία. Θυμάμαι καλά ότι ήταν να το μεταφέρει στο σινεμά ο Γιώργος Πανουσόπουλος πριν από χρόνια;
Δεν το θυμάμαι ο ίδιος αλλά μου το είχε πει αργότερα η μητέρα μου. Είχε γράψει ένα σενάριο, ήθελε πολύ να γυρίσει την ταινία, αλλά νομίζω ότι δεν βγήκε άκρη με το παραγωγικό κομμάτι, με τα χρήματα. Ήταν φανταστικός σκηνοθέτης ο Πανουσόπουλος.
Είναι ακριβή ταινία;
Είναι μια ταινία που μπορείς να την κάνεις με πολλούς τρόπους όπως όλες τις ταινίες. Μπορεί να είναι πάρα πολύ ακριβή, μπορεί ακριβή, αλλά όχι φτηνή.
Πώς έγινε και το κάνεις εσύ;
Μου το πρότεινε ο Γιάννης Ιακωβίδης, ο παραγωγός.
Είχε περάσει ποτέ από το μυαλό σου να το μεταφέρεις εσύ στο σινεμά; Είναι από τα βιβλία της μητέρας σου που αγαπάς, που ξεχωρίζεις; Ποιά είναι η σχέση σου με το «Σουέλ»;
Όλα τα βιβλία της μητέρας μου τα αγαπάω. Το «Σουέλ» είναι ένα βιβλίο που μου γεννούσε εικόνες, κυρίως το κομμάτι της ερωτικής σχέσης του Μήτσου με την Λίτσα. Θεωρώ ότι είναι ένα βιβλίο που ακουμπάει σχεδόν τα πάντα με έναν τρόπο, πάρα πολλά ζητήματα της καθημερινότητας, έχει πολλά δίπολα, θάλλασσα-ξηρά, φως- σκοτάδι, πατέρας- γιος, οικογενειακη ζωή- η σχέση με την Λίτσα. Αυτό με έκανε να με ενδιαφέρει η ιστορία του, δηλαδή μέσα στη μέρα μου να ζω πράγματα που να μου φέρνουν στο μυαλό στοιχεία από το βιβλίο. Δεν είχα σκεφτεί να το κάνω ταινία γιατί η αλήθεια είναι ότι παλιότερα δεν θα έβγαζε τόσο εύκολα νόημα αυτό για εμένα, ούτε θα ένοιωθα έτοιμος, ούτε και πίστευα ότι θα γινόταν. Οπότε προέκυψε η πρόταση και μετά μπήκα σε αυτό και μου πήρε και αρκετό καιρό. Δηλαδή τελικά ευτυχώς που η ταινία δεν έγινε πριν από 7-8 χρόνια όταν μου προτάθηκε γιατί μου πήρε κάποια χρόνια να βρω επί της ουσίας το πώς θέλω να γίνει. Το ότι το «Σουέλ» είναι αρκετά διαφορετικό από τα υπόλοιπα πράγματα που κάνω με έβαζε σε μια σκέψη του πώς αυτό θα το κάνω δικό μου, το οποίο ήταν μια λανθασμένη προσέγγιση και ευτυχώς πέρασε ο καιρός και κάτι ξεκλείδωσε και κατάλαβα καλύτερα πώς θέλω να το προσεγγίσω.
Εγώ ενθουσιάστηκα όταν άκουσα ότι θα σκηνοθετήσεις εσύ την ταινία, από την άλλη εσύ συνήθως παίζεις πολύ με τα όρια ρεαλισμού και φαντασιακού. Θα είναι μια ταινία πιο mainstream, πιο κλασική, απ’ ότι έχεις κάνει μέχρι τώρα;
Κοίτα όλα αυτά είναι πολύ υποκειμενικά. Εμένα γενικά μιλώντας δε με αφορά το κομμάτι της κατανόησης, δηλαδή το εάν κάποιος καταλαβαίνει κάτι ή όχι από μια ταινία. Δε θα ήθελα να πω εγώ σε κάποιον ότι αυτή η ταινία είναι πιο εύκολη από την άλλη. Ο θεατής θα αποφασίσει. Σίγουρα η βάση αυτής της ταιίας, που είναι το σενάριο, ακολουθεί μια δραματουργική γραμμή πιο στρωτή. Καταλαβαίνεις τι βλέπεις, καταλαβαίνεις τους χαρακτήρες, μπαίνεις σε αυτή την ιστορία. Οπότε σίγουρα θα είναι μια ταινία αυτό που λέμε πιο βατή. Αλλά την ίδια στιγμή έγινε, και αυτός ήταν βασικός κανόνας, χωρίς να κάνουμε καλλιτεχνικές υποχωρήσεις, στους ηθοποιούς και τους συνεργάτες που ήθελα, στην προσέγγιση που ήθελα.

Έχεις πειράξει καθόλου την ιστορία;
Όχι. Το βιβλίο και το σενάριο είναι τα ευαγγέλια μας. Κάποιος, δηλαδή η Ιωάννα, έχει κάτσει κι έχει κάνει όλη αυτή την προεργασία για εμάς, έχει ψάξει, έχει μιλήσει με εκατοντάδες ναυτικούς, έχει τριπλοτσεκάρει όλα αυτά τα στοιχεία, οπότε εμείς δεν ερχόμαστε δυό μήνες πριν από ένα γύρισμα, και χωρίς να έχουμε κάνει καμία έρευνα, να πούμε «α θα γίνει έτσι». Η λογική είναι ότι θέλουμε να έχουμε όλες τις λεπτομέρειες που γράφονται στο σενάριο, π.χ. τα αντικείμενα, να πάμε όσο πιο πιστά γίνεται. Πάντα βέβαια λαμβάνοντας υπόψιν και αυτό που φέρνει η πραγματικότητα. Μπορεί π.χ. το σπίτι που θα βρεις για το γύρισμα να μην έχει τρία πράγματα που ήθελες και να έχει τρία άλλα. Ή μπορεί εκείνη την ημέρα που εσύ ήθελες ηλιοφάνεια να έχει συννεφιά και να πρέπει να προσαρμόσεις κάποια πράγματα. Γενικά όμως, η βάση ήταν ότι ακολουθούμε όσο πιο πιστά το σενάριο, και κυρίως το βιβλίο.
Πες μου για τα γυρίσματα. Κάνατε και εν πλω.
Γίνανε και εν πλω, από την Πορτογαλία μέχρι την Ολλανδία, στον Βισκαΐκό κόλπο, ήταν μια λογική ενός μικρότερου unit, τα second unit ας πούμε. Γενικά κάναμε γυρίσματα σε πολλά διαφορετικά πλοία. Σε άλλο γυρίσαμε τα εσωτερικά πλάνα, σε άλλο τα εξωτερικά, και ακόμα και σε αυτή την περίπτωση άλλο πλοίο ήταν το σταματημένο άλλο αυτό που ταξίδευε.

@Δομνίκη Μητροπούλου, Νίκος Κατσαρός
Τι σε δυσκόλεψε;
Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρούμε το πλοίο και να μπούμε μέσα να ξεκινήσουμε δουλειά. Οι άνθρωποι με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή ήταν πολύ βοηθητικοί. Μπήκαμε σε πλοία, κάναμε ό,τι θέλαμε. Η δυσκολία ήταν ότι επειδή τα πλοία αυτά ταξιδεύουν, το πρόγραμμα μας ήταν στον αέρα. Εμείς φανταζόμασταν με το αθώο μας μυαλό ότι κάποιους μήνες νωρίτερα θα έχουμε βρει ένα πλοίο και θα μπούμε μέσα και θα ξεκινήσουμε. Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ελάχιστες μέρες πριν, πέντε ή δυό, σιγουρεύεις το πότε θα μπεις στο πλοίο. Κάναμε π.χ. τα εσωτερικά γυρίσματα, και δεν είχαμε εξωτερικά. Τελειώναμε, βρίσκαμε το πλοίο για τα εξωτερικά μπροστά μας και πηγαίναμε να ρωτήσουμε. Μας έδιναν την άδεια, μπαίναμε. Κάπως έτσι γινότανε. Και το πλοίο με το οποίο κάναμε το ταξίδι, κλείδωσε τελευταία στιγμή. Μας είπαν «υπάρχει ένα πλοίο που φεύγει σε πέντε μέρες. Έρχεστε;». Ερχόμαστε! Εννοώ ότι το πιο δύσκολο ήταν το να πάρουμε απόφαση όλοι μας ότι αυτή η ταινία θα γίνει με αυτόν τον τρόπο, θα ξεκινήσουμε και δε θα ξέρουμε τι θα κάνουμε την επόμενη ημέρα. Ότι θα είμαστε στον αέρα. Ευτυχώ το αντιλήφθηκα πριν ξεκινήσουμε και ηρέμησα. Γιατί αν προσπαθούσα να το οργανώσω, θα είχα φρικάρει. Κι όπως συμβαίνει με το σινεμά για ένα περίεργο λόγο, όλα πήγαν καλά.
Η θάλασσα, για εσένα που είσαι παιδί της πόλης, τι είναι;
Νομίζω κάτι ξένο, κάτι προς εξερεύνηση, κάτι επικίνδυνο με την καλή και την κακή έννοια. Εννοώ ότι όποτε σκέφτομαι την θάλασσα δεν μου έρχεται στο μυαλό ότι είμαστε σε μια παραλία αραχτοί. Σκέφτομαι πόσο ενδιαφέρον είναι το ότι υπάρχει κάτι τόσο ξένο δίπλα μας, το οποίο δεν το γνωρίζουμε.
Είναι η πρώτη φορά που δουλεύεις με την μητέρα σου. Πώς ήταν η συνεργασία; Θα το έκανες νωρίτερα, πιο μικρός;
Δε νομίζω να είχα ποτέ θέμα. Όσον αφορά στο «Σουέλ», από τη στιγμή που ήταν ξεκάθαρο τι κάναμε και από τη στιγμή που βρισκόμασταν στο ίδιο μήκος κύματος ως προς το τι ταινία θέλουμε, ήταν αρκετά εύκολα. Δεν υπήρχε κάτι δύσκολο.

Έχεις πολλά χρόνια στη δουλειά με αξιοσημείωτη πορεία, έχεις τη δική σου καλλιτεχνική προσωπικότητα, κατέκτησες την καλλιτεχνική σου αυτονομία με πολύ προσωπικό στυλ και γλώσσα. Φαντάζομαι ότι αυτό δεν ήταν αυτονόητο από την αρχή γιατί είσαι, όπως και η αδερφή σου Κωνσταντίνα Βούλγαρη, περίπτωση… δύο στα δύο, πατέρας σκηνοθέτης, μητέρα συγγραφέας. Είχες φόβο στην αρχή για το αν θα γίνεις αποδεκτός ως Αλέξανδρος κι όχι ως παιδί των γονιών σου; Ένοιωσες ότι πήρες παραπάνω προσοχή λόγω ονόματος;
Θεωρώ ότι επειδή δεν έπεσε πάνω μου ένα βάρος από τους γονείς μου, δεν σκέφτηκα ποτέ με αυτόν τον τρόπο. Εννοώ ότι ήθελα να κάνω τα πράγματα που μου άρεσαν. Τι θα ήταν αυτά, εάν θα είχαν σχέση ή όχι με αυτό που κάνουν οι γονείς μου, δεν με ενδιέφερε. Εγώ απλά έκανα αυτά που μου ερχόντουσαν. Όπως όλοι οι άνθρωποι. Δεν ασχολήθηκα ποτέ με το εάν κάποιοι στέκονται στο ότι είμαι γιος του Βούλγαρη και της Καρυστιάνη. Φαντάζομαι για κάποιους αυτό είναι θετικό, για άλλους αρνητικό. Επειδή όμως, κιόλας είναι κάτι που δεν μπορώ να ελέγξω, δεν ασχολούμαι. Οπότε, σου λέω ότι δεν υπήρχε ποτέ κάποιο βάρος. Θα σου πω και το άλλο, ενώ είμαστε διαφορετικοί, βλέπω και πολλά κοινά στοιχεία με τους γονείς μου σε ένα δεύτερο ή τρίτο επίπεδο. Λογικό είναι, αφού μαζί τους μεγάλωσα.
Πάντως, το ότι δεν ένοιωσες το επίθετο ως βάρος σημαίνει ότι κάτι πολύ καλό έχουν κάνει οι γονείς σου στον τρόπο που σε μεγάλωσαν.
Προφανώς. Η επιρροή που μου άσκησαν ή τελοσπάντων ένα πράγμα που πήρα από αυτούς και, αν θέλεις δε μπορώ να το ξεπεράσω, είναι ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι έκαναν αυτό που θεωρούσαν σημαντικό για τους ίδιους. Δεν γύριζαν ταινίες ή έγραφαν βιβλία για να περνάει η ώρα. Έκαναν πράγματα τα οποία ήταν σημαντικά για αυτούς, π.χ. είχαν σχέση με την πολιτική. Ε αυτό το πήρα κι εγώ. Μου είναι πολύ δύσκολο να ασχοληθώ με κάτι που για εμένα δεν έχει ιδιαίτερη ουσία. Τα στοιχεία που έχω πάρει από τους γονείς μου έχουν να κάνουν με το πώς είναι ως άνθρωποι, τις ευαισθησίες και τα ενδιαφέροντα τους, το οποίο βέβαια βγαίνει και στα έργα τέχνης τους.
Περισσότερες πληροφορίες για το πολύπτυχο θέαμα στη Στέγη «Δεν ταξίδεψα ποτέ στην Αυστραλία» (από 5 έως 7 Ιουνίου) : https://www.onassis.org/el/whats-on/i-have-never-traveled-to-australia-alexandros-voulgaris-the-boy
