Στον «Ξένο» του Οζόν βρίσκουμε όσα παρέλειψε ο Καμί

Στον «Ξένο» του Οζόν βρίσκουμε όσα παρέλειψε ο Καμί

Ο Γάλλος σκηνοθέτης διασκευάζει τη δημοφιλή νουβέλα του Αλμπέρ Καμί και επαναπροσδιορίζει την απάθεια του Μερσό.

Η μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου στη μεγάλη οθόνη είναι ένα απαιτητικό εγχείρημα, ειδικά όταν το βιβλίο που επιχειρείς να διασκευάσεις θεωρείται ένα από τα πιο εμβληματικά και γνωστά μυθιστορήματα. Μια τέτοια είναι και η περίπτωση του «Ξένου», της νέας ταινίας του Φρανσουά Οζόν, η οποία φιλοδοξεί να επεκτείνει νοηματικά το δημοφιλές έργο. 

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις





Πρόσθεσε το Exodos στη Google

Πρωταγωνιστής είναι ο Μερσό, ένας απαθής άντρας που ζει στη γαλλική Αλγερία στα μέσα της δεκαετίας του ‘30. Λίγες εβδομάδες μετά από τον ξαφνικό θάνατο της μητέρας του, ο νεαρός άντρας σκοτώνει εν ψυχρώ έναν Άραβα, βάζοντας μπροστά τη δικαστική διαδικασία που θα τον φέρει αντιμέτωπο με τη θανατική ποινή. 

Ο Άλλος Μερσό 

Στο έργο του Καμί, ο Μερσό παρουσιάζεται ως ένας αποξενωμένος παρατηρητής ο οποίος αρνείται να συμμετάσχει στους παράλογους κανόνες της κοινωνίας, ζώντας στο εδώ και το τώρα, χωρίς να βαραίνεται από τις σκιές του παρελθόντος ή φόβο του μέλλοντος. Ο Οζόν εντοπίζει στη στάση του πρωταγωνιστή μια απάθεια που δεν έρχεται από το γεγονός πως απορρίπτει τις ασφυκτικές νόρμες, αλλά από το ότι απολαμβάνει την προνομιακή του θέση σε τέτοιο βαθμό που τη θεωρεί αυτονόητη. Ο ήρωας γίνεται πολύ συχνά μάρτυρας της περιθωριοποίησης και της καταπίεσης των Αράβων (από την κακοποίηση της ανώνυμης στο βιβλίο Αλγερινής στην απαγόρευση των ντόπιων στην κινηματογραφική αίθουσα), χωρίς όμως να καταφέρνει να αναγνωρίσει αυτή τη βία ως τέτοια. 

Παρακολουθώντας την ταινία (και έχοντας διαβάσει τον «Ξένο» όταν ήμουν έφηβη), αναρωτήθηκα πώς και δεν είχα συνειδητοποιήσει τον βαθιά αντι-αποικιοκρατική διάσταση του βιβλίου στο παρελθόν. Μάλλον δεν ήταν δικό μου λάθος: ο ίδιος ο Καμί θεωρούσε «παρανοϊκές» τις απαιτήσεις των Αλγερινών για μια κυβέρνηση η οποία θα αντιμετώπιζε τις ανάγκες των ντόπιων με τον ίδιο τρόπο που αντιμετώπιζε αυτές των Γάλλων πολιτών. Έτσι, ενώ ο συγγραφέας σέβεται τη στάση του Μερσό γιατί τον αντιλαμβάνεται ως ένα κομμάτι του δικού του εαυτού, ο Οζόν βρίσκει στον ήρωα έναν άνθρωπο που αγνοεί πως η μη πολιτική επιλογή είναι πολιτικά χρωματισμένη. Η συνεχής άνοδος της ακροδεξιάς σε ολόκληρη την Ευρώπη κάνει αυτόν τον νέο «Ξένο» πιο επίκαιρο από ποτέ. 

Χωρίς λέξεις

Ενώ ο εσωτερικός μόνολογος του βιβλίου θα μπορούσε να έχει οδηγήσει τον Οζόν στην «εύκολη λύση» της αφήγησης, ο Γάλλος υποκύπτει στο voice-over μονάχα σε δύο χαρακτηριστικά σημεία της πλοκής. Στην υπόλοιπη ταινία, η απουσία λόγου, οι λεπτεπίλεπτες κινήσεις και ματιές κι οι άδειοι χώροι γίνονται οχήματα για τον συναισθηματικό κόσμο του Μερσό και την παράνοια του ατομικισμού που τελικά θα τον οδηγήσει στον δήμιο.  

Μια από αυτές τις ματιές είναι η πιο χαρακτηριστική, όταν το βλέμμα του πρωταγωνιστή παραμένει για κάποια δευτερόλεπτα πάνω στο ιδρωμένο δέρμα του Μούσα Χαμντάνι, το θύμα του, πριν τελικά ο Μερσό τραβήξει το όπλο του. Η σχεδόν ηδονική σχέση του με το εδώ και το τώρα κι η απόρριψη του μέλλοντος και του παρελθόντος ως μια πλευρά της σωματικότητάς του, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το παρόν, μοιάζουν για λίγα δευτερόλεπτα εντελώς πειστικές. Η αντίθεση του ασπρόμαυρου, το (σχεδόν αποστειρωμένα) τέλειο πρόσωπο και η ειλικρινά απαθής ερμηνεία του Μπενζαμέν Βουαζέν ολοκληρώνουν την αποπνικτική ατμόσφαιρα. 

Τελικά, για την εικοστή πέμπτη ταινία της φιλμογραφίας του, ο Οζόν καταφέρνει να δημιουργήσει ένα νέο πλαίσιο για το κλασικό βιβλίο του Καμί, κοιτώντας το με απόλυτα κριτική ματιά. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που βρίσκει την ισορροπία ανάμεσα στην πιστή διασκευή και την σύγχρονη επανεξέταση του περιεχομένου. 

Σχετικές καταχωρίσεις

Σχετικά άρθρα