Στο «Φιόρδ» η σκανδιναβική ευτυχία δεν έρχεται χωρίς τίμημα

Στο «Φιόρδ» η σκανδιναβική ευτυχία δεν έρχεται χωρίς τίμημα

Με τον Χρυσό Φοίνικα στο χέρι, η νέα ταινία του Κριστιάν Μουντζίου έρχεται στις αίθουσες για να μας αφήσει περισσότερο μπερδεμένους παρά εντυπωσιασμένους.

Η λίστα με τους σκηνοθέτες που έχουν καταφέρει να αποσπάσουν τον Χρυσό Φοίνικα είναι τόσο μικρή που θα μπορούσαν να γευματίσουν όλοι μαζί σε ένα μετρίου μεγέθους τραπέζι. Δεδομένου ότι είναι όλοι άντρες, θα μπορούσε αυτό το τραπέζι να είναι και στο Άγιο Όρος. Όπως και να ‘χει, ο Κρίστιαν Μουντζίου («4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες») μπήκε στην επίμαχη δεκάδα λίγους μήνες πριν, όταν η νέα του ταινία, «Φιόρδ», βραβεύτηκε στο φετινό φεστιβάλ των Καννών

Στην παγωμένη Νορβηγία, οι Γκεοργκίου, μια oικογένεια Ευαγγελιστών που αποτελείται από τη Νορβηγη Λίσμπετ (Ρενάτε Ράινσβε) τον Ρουμάνο Μιχάι (Σεμπάστιαν Σταν) και τα πέντε τους παιδιά, προσπαθούν να ενσωματωθούν στην κοινότητα της Στράντα. Όταν οι καθηγητές του σχολείου εντοπίζουν μώλωπες στο σώμα της Έλια, της έφηβης κόρης τους, η τοπική κοινωνία αρχίζει όχι μόνο να υποπτεύεται τους γονείς για κακοποίηση αλλά και να αμφισβητεί τις αρχές σύμφωνα με τις οποίες το ζευγάρι μοιάζει να μεγαλώνει τα παιδιά του. Όταν η Πρόνοια παίρνει τα πέντε ανήλικα παιδιά, ανάμεσά τους και ένα βρέφος, οι Γκεοργκίου βρίσκονται μπλεγμένοι σε μία νομική διαμάχη για να αποδείξουν πως είναι κατάλληλοι γονείς.

Συνύπαρξη και ανοχή

Ο Μουντζίου έχει καταφέρει να ρίξει φως σε μερικά από τα πιο σκοτεινά σημεία της κουλτούρας των Βαλκανίων (και ειδικά της πατρίδας του, της Ρουμανίας) αλλά και τη δύσκολη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμικών αντιλήψεων. Αυτή η σύγκρουση βρίσκεται στον πυρήνα του «Φιόρδ», με τη μετανάστευση να λειτουργεί ως καταλύτης που φέρνει στην επιφάνεια τις βαθύτερες αντιθέσεις τους.

Ο Μουντζίου τοποθετεί στο κέντρο της ταινίας τη βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια που αρνείται να συμβιβαστεί με αυτό που θεωρεί ως ηθική κατάρρευση. Αυτό σημαίνει πως, ενώ η Νούρα, η λεσβία κόρη της διπλανής οικογένειας, κλέβει τη βάρκα των γονιών της για να κάνει βόλτες και τους χειρίζεται για να πάρει αυτό που θέλει, οι πειθαρχημένοι Ελία και Εμμανουέλ γνωρίζουν πως μετά το λάθος έρχεται η τιμωρία, θεωρούν πως η ομοφυλοφιλία είναι αμαρτία, περνούν τον χρόνο τους διαβάζοντας τη Βίβλο και απαγορεύεται να έχουν κινητό. 

Σε μια κοινωνία που ισχυρίζεται πως είναι όχι απλά ανεκτική αλλά φιλόξενη, οι Γκεοργκίου θα κατάφερναν να ενσωματωθούν παρά τις παράξενες συνήθειές τους. Από αυτή την άποψη, ο Ρουμάνος σκηνοθέτης κάνει πολύ καλή δουλειά αναδεικνύοντας στην διακριτική αλλά απτή δυσκολία της συνύπαρξης, στο όνομα της οποίας οι μετανάστες καλούνται να συμμορφωθούν πλήρως. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, οι Γκεοργκίου χρειάζεται να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τις κατηγορίες για το τι υποτίθεται πως έκαναν αλλά και κατηγορίες που κρύβονται πίσω από τις προσδοκίες και τις προκαταλήψεις των γειτόνων τους. Εκεί είναι που γίνεται ξεκάθαρη και η κατάχρηση εξουσίας από την πλευρά των νορβηγικών αρχών, οι οποίες μοιάζουν να θέλουν να ισοπεδώσουν τη διαφορετικότητα περισσότερο απ’ ότι θέλουν να καταπολεμήσουν την κακοποίηση.

Στην γκρίζα ζώνη

Βέβαια, επειδή κανένα θύμα δε μας χρωστάει την τέλεια συμπεριφορά και οι Γκεοργκίου σίγουρα βρίσκονται πολύ μακριά από αυτή, ολόκληρη η δράση λαμβάνει χώρα σε μία γκρίζα ζώνη. Ο Μιχάι (ο ρουμανικής καταγωγής Σταν κάνει εξαιρετική δουλειά και «χάνεται» πίσω από τον ρόλο του πατριάρχη) επιστρατρεύει τα δικά του μέσα για να καταφέρει να κερδίσει πίσω την κηδεμονία των παιδιών, ερχόμενος σε επαφή με Ρουμάνους Χριστιανούς εξτρεμιστές που τοποθετούν την υπόθεση μέσα στο δικό τους αφήγημα, ενώ μέσα στη δικαστική αίθουσα παραδέχεται πως ο δικός του ορισμός για το τι σημαίνει παιδική κακοποίηση είναι μάλλον διαφορετικός. 

Το πρόβλημα είναι πως, προσπαθώντας απλώς να παρατηρήσει και να υπογραμμίσει τα όρια μεταξύ ατομικής ελευθερίας και κοινωνικής ευθύνης, ο Μουντζίου κρατάει μια στάση εκκωφαντικά ουδέτερη. Στα παγωμένα νορβηγικά τοπία, οι άκαμπτοι κανόνες της φιλελεύθερης κοινότητας συγκρούονται με τον περίπλοκο κόσμο των Γκεοργκίου και η ταινία αρνείται πεισματικά να πάρει το μέρος οποιασδήποτε πλευράς. Η ισορροπία ανάμεσά τους τελικά αποδυναμώνει το «Φιόρδ», επιβεβαιώνοντας πως το να θέτεις δύσκολα ερωτήματα δεν αρκεί, ειδικά αν δεν είσαι διατεθειμένος να αναμετρηθείς με τις απαντήσεις.

Το «Φιόρδ» κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 20 Αυγούστου από τη Spentzos Film. Δείτε περισσότερες κριτικές εδώ.

Σχετικές καταχωρίσεις

Σχετικά άρθρα