Στη «Φήμη» γνωρίζουμε τους Νεοϋορκέζους πόζερους της διανόησης
Η νέα κωμωδία του Κεντ Τζόουνς φέρνει τον Γουίλεμ Νταφόε αντιμέτωπο με μια θεατρική Γκρέτα Λι και τις χαμένες ευκαιρίες της ζωής του.
Δεν είμαι σίγουρη αν είναι καθολικό, πάντως πολλοί από εμάς νιώθουμε στοιχειωμένοι από μια «χρυσή εποχή» που έλαβε χώρα όσο δεν ήμασταν εκεί. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που νιώθουν πως γεννήθηκαν τη λάθος στιγμή της ιστορίας, ενώ ακούν μουσική από τα ‘80s, βλέπουν ταινίες του παλιού Χόλιγουντ ή φωτογραφίες από την τέκνο σκηνή της Αθήνας στα 90s. Με ακριβώς αυτό το είδος της νοσταλγίας παίζει η σατιρική «Φήμη», η νέα ταινία του Κεντ Τζόουνς («Diane»), η οποία μεταφέρει τη δράση στη σύγχρονη Νέα Υόρκη.
Ο Εντ Σάξμπεργκερ (Γουίλεμ Νταφόε) είναι ένας άντρας που εξέδωσε μια ποιητική συλλογή στα δεκαεπτά του, όταν ένιωσε κάτι να τον καλεί προς τη χαοτική Νέα Υόρκη. Πενήντα χρόνια αργότερα, έχει εγκαταλείψει τα όνειρα γύρω από την ποίηση και δουλεύει σε ένα ταχυδρομίο («σαν τον Μπουκόφσκι»). Όταν μια ομάδα από νεαρούς καλλιτέχνες και συγγραφείς βρίσκουν το έργο του και τον πλησιάζουν ως μια παραγνωρισμένη ιδιοφυΐα, ο Εντ γοητεύεται από την προσοχή τους και αφήνει τον εαυτό του να εισχωρήσει στον κύκλο τους, νιώθοντας για πρώτη φορά στη ζωή του την αναγνώριση.

Ιδεαλιστές, ρομαντικοί και «κουτάκια»
Ιστορικά, η τέχνη έχει υπάρξει ένα «άθλημα» για λίγους και, όπως και στην πραγματική ζωή, τα αγόρια που βλέπουμε να ασχολούνται με αυτή είναι στην πραγματικότητα άνθρωποι που δεν έχουν ανάγκη να εργαστούν. Ένα από τα πράγματα που μοιάζει να θέλει να πει η «Φήμη» είναι πως, τη σήμερον ημέρα, αν είναι να είσαι ένας από τους προνομιούχους (αν ο πατέρας σου γνωρίζει τον πατέρα του καλύτερου ατζέντη στην πόλη ή μπορείς να αγοράσεις Γουίλιαμ Μπάροουζ σε πρώτη έκδοση), τότε καλύτερα να έχεις την αξιοπρέπεια να ντρέπεσαι για τις επιπλέον ευκαιρίες που έχεις σε σχέση με τους υπόλοιπους.
Αυτό είναι μονάχα ένα από τα «κουτάκια» μέσα στα οποία είναι εγκλωβισμένοι οι ήρωες της «Φήμης». Η «Κοινωνία του Ενθουσιασμού», όπως ονομάζουν τον εαυτό τους οι νεαροί καλλιτέχνες, είναι σε μεγάλο βαθμό εκείνοι που τα κατασκευάζουν, κηρύσσοντας την παρελθοντολαγνεία τους στη μορφή της απόρριψης της τεχνολογίας (που τους αποσπά από την υψηλή διανόηση) και των ανιαρών ινφλουένσερ. Πάντως, για τους ίδιους, αυτά τα «κουτάκια» λειτουργούν περισσότερο ως ρόλοι στους οποίους μπαίνουν και βγαίνουν όταν το απαιτεί η κατάσταση, σαν μια ομαδική, εκούσια ψευδαίσθηση που αργά ή γρήγορα θα καταρρεύσει υπό την πίεση της πραγματικότητας.
Για τον εβδομηντάχρονο Σάξμπεργκερ, τον μοναδικό από την παρέα που μπορεί να νιώσει αυθεντική νοσταλγία για μια άλλη, «χρυσή» εποχή και μια δημιουργική Νέα Υόρκη που κάποτε όντως υπήρξε αλλά τώρα παραπαίει, ο ρόλος του ιδιοφυούς καλλιτέχνη έρχεται να καλύψει ένα κενό που δεν γνώριζε ότι είχε. Είναι μια δεύτερη ευκαιρία που θα διορθώσει τα χρόνια που έχασε όντας απλώς ο εαυτός του.

Σάτιρα δεν υπάρχει πια, την πάτησε το τρένο
Οι προσδοκίες που έχουμε για τους εαυτούς μας, οι προσδοκίες που δημιουργούνται από τους άλλους, τα παλιά καλά χρόνια και η αίσθηση πως σου λείπει κάτι που δεν έζησες, η καλλιτεχνική κοινότητα και το προνόμιο είναι όλα ζητήματα που η «Φήμη» δοκιμάζει από τον μπουφέ, χωρίς απαραίτητα να παραμένει σε κανένα από αυτά αρκετή ώρα ώστε να κάνει κάποιο ουσιαστικό σχόλιο. Το αποτέλεσμα είναι ένα συνονθύλευμα από συμπεριφορές, εσωτερικές συγκρούσεις και αφηρημένες έννοιες που μοιάζουν να μην οδηγούν πουθενά. Περισσότερο λειτουργεί ως το στιγμιότυπο μιας φαντασίωσης που δε θέλει να αδικήσει κανέναν, σαν μια αμήχανη συζήτηση που κάνεις με τον εαυτό σου.
Στον αντίποδα, η ερμηνεία του Γουίλεμ Νταφόε μοιάζει αβίαστη και αφήνει μια γλυκόπικρη αίσθηση (σε αντίθεση με το επίσης φετινό «Πάρτι Γενεθλίων»), ενώ ο Έντμουντ Ντόνοβαν πείθει στον ρόλο ενός νεαρού και πλούσιου χομπίστα ποιητή. Η Γκρέτα Λι είναι λιγότερο τυχερή, βάζοντας τα δυνατά της σε έναν ρόλο χωρίς πραγματικό βάθος, ο οποίος κλείνει το μάτι στα manic pixie dream girls του παρελθόντος.
Τελικά, η «Φήμη» δεν καταφέρνει να μας κάνει να νιώσουμε δέος ή νοσταλγία, αλλά ούτε καταφέρνει να μας πει κάτι που δε γνωρίζαμε ήδη: ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η καλλιτεχνική σου πορεία θα είναι πιο εύκολη αν οι γονείς σου έχουν μερικές εκατοντάδες δολάρια να επενδύσουν σε αυτή.
Η «Φήμη» κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 13 Αυγούστου από τη Spentzos Film. Δείτε περισσότερες κριτικές εδώ.
