Το No Other Choice έμεινε χωρίς επιλογή στην Βενέτια

Το No Other Choice έμεινε χωρίς επιλογή στην Βενέτια

Το No Other Choice του Παρκ Τσαν-γουκ δεν είναι απλώς ταινία, είναι εμπειρία που χτυπάει στο στομάχι και δεν σε αφήνει ήσυχο. Η μαεστρική σκηνοθεσία του σε βάζει αμέσως στο παιχνίδι, αλλά το παιχνίδι δεν έχει κανόνες που μπορείς να κατανοήσεις εύκολα. Ο πρωταγωνιστής χάνει τη δουλειά του και μαζί χάνει τη θέση του στον κοινωνικό χάρτη. Η επιβίωση δεν είναι δικαίωμα, είναι ρώσικη ρουλέτα. Και το χειρότερο; Το βλέπεις να συμβαίνει γύρω σου κάθε μέρα, αλλά εδώ παίρνει σάρκα και οστά με τρόπο που σε αναγκάζει να νιώσεις κάθε μικρή, ανελέητη στιγμή διάλυσης.

Ο Παρκ Τσαν-γουκ μετατρέπει αυτή την απελπισία σε μαύρο χιούμορ, και αυτή είναι η πιο πολιτική χειρονομία της ταινίας. Δεν σου λέει ποιος φταίει, δεν δείχνει έναν κακό αφηρημένο καπιταλιστή ή σύστημα. Σου δείχνει την αλήθεια, ωμή και αδιάκοπη: όταν η επιβίωση γίνεται ατομικός αγώνας μέχρι θανάτου, οι κανόνες της ηθικής παρακάμπτονται σιγά σιγά. Η ερμηνεία του Lee Byung-hun είναι καθοριστική. Δεν παίζει έναν “κακό”, παίζει έναν άνθρωπο που διαλύεται κομμάτι κομμάτι. Η βία δεν είναι εκτροπή· είναι το τελικό στάδιο μιας διαδικασίας που ξεκίνησε πολύ πριν πέσει η πρώτη γροθιά.

Η Βενετία γύρισε αλλού το βλέμμα της. Τα Όσκαρ, με την εμμονή τους για καθαρά, συνοψίσιμα μηνύματα, δεν είχαν καμία πιθανότητα να αγκαλιάσουν το έργο. Το No Other Choice είναι πολύ σκληρό για να γίνει “ασφαλές θέαμα” και πολύ αμφίσημο για να γίνει άνετο για το κοινό. Δεν υπάρχει κάθαρση, δεν υπάρχει λύση. Η ταινία δεν θέλει να σε κάνει να νιώσεις καλύτερος άνθρωπος φεύγοντας από την αίθουσα. Θέλει να σε αφήσει με ερωτήματα που τσιμπάνε το μυαλό: πόσο κοντά είσαι στον ήρωά της, πόσο εύκολα θα μπορούσες να βρεθείς στη θέση του; Η αδικία απέναντι στον Παρκ Τσαν-γουκ δεν είναι προσωπική· αφορά κάθε δημιουργό που επιμένει να βλέπει το σινεμά ως εργαλείο αποδόμησης και όχι παρηγοριάς. Τα βραβεία μπορεί να μην το αναγνώρισαν, αλλά η ταινία παίρνει το μεγαλύτερο παράσημο: σε κάνει να νιώσεις, να σκεφτείς, να νιώσεις άβολα. Και αυτό, σε μια εποχή που το mainstream θέλει άμεση κατανάλωση και εύκολες συναισθηματικές λύσεις, είναι επαναστατικό.