«DJ Βοσκός»: Υγεία, τέκνο και επανάσταση
Η ιστορία του νεαρού Αχμέτ είναι, τελικά, μια ειλικρινής και feelgood δραμεντί.
Μπορεί το σινεμά της Βορείου Μακεδονίας να μην είναι ένα από τα πιο πολυσηζητημένα, αλλά μερικές φορές παραδίδει τα δικά του μικρά διαμαντάκια, φέρνοντας στο προσκήνιο την περίπλοκη ιστορία της χώρας και των ανθρώπων της. Στην περίπτωση του «DJ Βοσκού» του Γκεόργκι Ουνκόφσκι συστηνόμαστε με ένα μικρό χωριό Γιουρούκων, δηλαδή μιας ημι-νομαδικής φυλής που ασχολείται κατά βάση με την κτηνοτροφία και, μετά από αυτή την ταινία, ίσως και με την ηλεκτρονική μουσική.
Ο Αχμέτ (Αρίφ Τζακούπ) είναι ένας δεκαπεντάχρονος που ζει σε αυτό το χωριό που μοιάζει παγωμένο στον χρόνο. Εκεί, ο Αχμέτ ονειρεύεται να γίνει DJ παρά τις αντιρρήσεις του βοσκού πατέρα του και η συγχωριανή του Άγια (Ντόρα Ακάν Ζακλάνοβα) προσπαθεί να πείσει την οικογένειά της ότι δεν χρειάζεται να παντρευτεί ακόμη. Οι δύο έφηβοι θα βιώσουν τον έρωτα και θα προσπαθήσουν να ξεκινήσουν ο καθένας τη δική του μικρή επανάσταση.

Μπαμπά, δεν είμαι ο βοσκός που μεγάλωσες
Στην αρχή του «DJ Βοσκού», μοιάζει λες και η νέα γενιά είναι η μόνη που βιώνει την καταπίεση. Όταν ο Αχμέτ σταματά να πηγαίνει στο σχολείο προκειμένου να βοηθήσει τον πατέρα του με τα πρόβατά του, το μονοπάτι που πρέπει να πάρει θεωρείται αυτονόητο. Το όνειρό του να γίνει DJ δε θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως κάτι ρεαλιστικό αλλά μονάχα ως μία φαντασίωση.
Ο νεαρός αδερφός του, Ναΐμ (Αγκούς Αγκούσεφ), που μετά από τον θάνατο της μητέρας τους έχει σταματήσει να μιλάει, αντιμετωπίζεται ως προβληματικός. Και τέλος, η Άγια προσπαθεί να σαμποτάρει τον γάμο στον οποίο την αναγκάζουν οι δικοί της, χορεύοντας στο TikTok, μαγειρεύοντας λάθος τον μπακλαβά και φεύγοντας από το σπίτι τα βράδια για να χαθεί μέσα στα ρέιβ πάρτι. Και οι τρεις τους βρίσκουν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, ένα απρόσμενο καταφύγιο κι ένα εργαλείο απελευθέρωσης μέσα από τη μουσική.
Σύντομα, όμως, γίνεται σαφές ότι αυτή η καταπίεση δε βαραίνει μόνο τη νέα γενιά. Ο πατέρας του Αχμέτ, ως προϊόν της δικής του εποχής και των δικών του επιταγών, στέκεται αμήχανος απέναντι στα παιδιά του, ανίκανος να βρει το λεξιλόγιο να μιλήσει για τον θάνατο της γυναίκας του ή να εκφράσει την αγάπη του. Η πορεία του από την άγνοια και την ακαμψία προς τη συναισθηματική αποδοχή αποτελεί μια από τις πιο διακριτικές αλλά και συγκινητικές πλευρές της ταινίας.

Στη χώρα των Γιουρούκων
Αν η ιστορία του Ουγκόφσκι σας ακούγεται αφηγηματικά οικεία, δεν είστε λάθος. Η φρεσκάδα της έρχεται από το περιβάλλον στο οποίο εκτυλίσσεται. Τα πάθη του Αχμέτ, τα οποία συνήθως τα συναντάμε μέσα σε αμερικάνικα λύκεια και σύγχρονες ιστορίες ενηλικίωσης από την άλλη πλευρά του κόσμου, μεταφέρονται στα απέραντα χωράφια της Βόρειας Μακεδονίας και πλαισιώνονται από την κουλτούρα των Γιουρούκων, τις καθημερινές εκκλήσεις για προσευχές και τις παραδοσιακές στολές για τις νεαρότερες γυναίκες του χωριού.
Η εξερεύνηση των δυναμικών αυτής της μικροκοινωνίας φέρνει συχνά στιγμές συγκίνησης, χιούμορ (όπως ο ήχος των Windows από τα μεγάφωνα του μιναρέ) και αγνής τρυφερότητας. Η παράδοση δεν παίρνει μονάχα καταπιεστική μορφή μέσα στην καθημερινότητα των χαρακτήρων, όσο κι αν φαίνεται να συγκρούεται με τις σύγχρονες ανάγκες τους. Ο Ουνκόφσκι οπτικοποιεί διαρκώς αυτή τη σύγκρουση: από την μια πλευρά, οι παραδοσιακές φορεσιές και οι αυστηρές νόρμες, από την άλλη τα φώτα των ρέιβ που τρεμοπαίζουν και η ηλεκτρονική μουσική που πάλλεται. Ή, ακόμη καλύτερα, μια λευκή θάλασσα από πρόβατα και ένα βαμμένο φούξια που ξεχωρίζει, αλλά καταφέρνει να βρει τη θέση του μέσα στο κοπάδι.
Τελικά, το «DJ Βοσκός» είναι μια οικεία ιστορία η οποία όμως καταφέρνει να μας κάνει να νιώσουμε την ειλικρινή εξέλιξη των χαρακτήρων της. Και έτσι, μας αφήνει να βγαίνουμε από την αίθουσα με την αίσθηση μιας χορταστικής και καλόκαρδης «φέτας ζωής».
Το «DJ Βοσκός» κυκλοφορεί στους κινηματογράφους στις 16/7 από το Cinobo. Βρείτε όλες τις κριτικές εδώ.