Ο φωτογραφικός κόσμος του Γιώργου Λάνθιμου είναι γεμάτος εκπλήξεις
Μπήκαμε στο -1 της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση και είδαμε την πρώτη εκτενή έκθεση φωτογραφίας του καταξιωμένου σκηνοθέτη.
Περιεχόμενα
Η ημέρα των εγκαινίων για το «Photographs», την πρώτη μεγάλη έκθεση του Γιώργου Λάνθιμου στην Ελλάδα, δεν ήταν η καταλληλότερη για να περιηγηθείς στη Στέγη. Κόσμος συνωστιζόταν μπροστά από τα έργα για να βγάλει τα πολυπόθητα stories και δημοσιογράφοι είχαν στήσει κάμερες για τα ρεπορτάζ τους, γεγονός που σου επέτρεπε να ρίξεις μια γρήγορη ματιά στην κάθε εικόνα και να προχωρήσεις στην επόμενη, ώστε να προλάβεις να τα δεις όλα. Παραδόξως, η ελαφρώς χαοτική, αγχωτική ατμόσφαιρα ταίριαξε γάντι στη συγκεκριμένη έκθεση. Γιατί μπορεί ο Λάνθιμος να φωτογραφίζει κατά βάση οικεία πρόσωπα και τοποθεσίες, αλλά η αίσθηση του ανοίκειου όταν κοιτάς τις εικόνες του είναι αρκετά έντονη.
Με την οπτική γλώσσα του καταξιωμένου δημιουργού είμαστε αρκετά εξοικειωμένοι. Όμως ήρθε η ώρα να γνωρίσουμε μια επέκταση αυτού του ιδιόρρυθμου καλλιτεχνικού λεξιλογίου, που τώρα ξετυλίγεται μέσα από τον φωτογραφικό φακό.

Όσοι παρακολουθούν συστηματικά τη μέχρι τώρα πορεία του, ενδεχομένως να έχουν δει τις εξαιρετικές φωτογραφίες που τράβηξε τη μούσα του, Έμα Στόουν, για το περιοδικό «W». Μιμούμενος τον σπουδαίο Αμερικανό φωτογράφο Χάρι Κάλαχαν που φωτογραφούσε τη γυναίκα και την κόρη του σε ασπρόμαυρα, φυσικά τοπία, ο Λάνθιμος απαθανάτισε τη Στόουν με έναν παρόμοιο τρόπο και για άλλη μια φορά μας έκανε να εκτιμήσουμε το ιδιαίτερο βλέμμα του. Ο σκηνοθέτης έχει δηλώσει παλιότερα ότι έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό και από άλλους ιστορικούς φωτογράφους όπως οι Ρόμπερτ Φρανκ, Νταϊάν Άρμπους και Τζόελ Πίτερ-Γουίτκιν.

Τελικά, η αγάπη του για τη φωτογραφία επεκτάθηκε και σε επαγγελματικό επίπεδο, αφού την τελευταία διετία κυκλοφόρησε δύο σχετικά βιβλία: τα «Dear God, the Parthenon is still broken» (Void) και «i shall sing these songs beautifully» (Mack). Με αφορμή το άνοιγμα της έκθεσης «Photographs» κυκλοφορεί και το νέο του φωτογραφικό βιβλίο, «viscin». Αυτές οι εκδόσεις αλλά και η συνεχής επαφή του με τον κόσμο της φωτογραφίας ήταν το έναυσμα για την πρώτη συνεργασία του με τη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, η οποία «ντύνει» στα λευκά το υπόγειό της και στήνει μια λαβυρινθώδη έκθεση με 182 φωτογραφίες που ο Λάνθιμος τράβηξε τα τελευταία πέντε χρόνια. Το πρότζεκτ περιλαμβάνει τρεις σειρές που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια γυρισμάτων των ταινιών «Poor Things», «Ιστορίες Καλοσύνης» και «Βουγονία». Το τέταρτο σύνολο παρουσιάζεται για πρώτη φορά και είναι μια εν εξελίξει σειρά προσωπικών φωτογραφιών από τη γενέτειρα του σκηνοθέτη, την Ελλάδα.
Η απελευθέρωση ενός κινηματογραφιστή

Παρότι φωτογραφία και σινεμά έχουν την ίδια αφετηρία, για τον Γιώργο Λάνθιμο η πρώτη παρέχει μεγαλύτερη ελευθερία. Όπως ανέφερε στο σύντομο Q&A που πραγματοποιήθηκε στη Στέγη, ο ίδιος αρχικά δεν φαντάστηκε ότι θα τον ενδιέφερε τόσο πολύ η συγκεκριμένη τέχνη, καθώς την έμαθε κυρίως για να διευρύνει τις κινηματογραφικές του γνώσεις. Μετά από συνεχή τριβή και πειραματισμό, συνειδητοποίησε πως η φωτογραφία ήταν μία άλλη διέξοδος κατά τη διάρκεια δημιουργίας των ταινιών, αφού δεν έχει προκαθορισμένη δομή, σε αντίθεση με τον κινηματογράφο. «Μπορείς να είσαι μόνος σου με μια κάμερα στο χέρι, να περπατάς, να μην έχεις κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό σου και δεν χρειάζεται οπωσδήποτε να αξιοποιήσεις αυτό που θα βγάλεις. Η μία φωτογραφία που θα βγάλεις έχει αξία και πολλές μαζί να αποκτήσουν διαφορετική αξία, μία άλλη σημασία».

Ο σκηνοθέτης παραδέχτηκε ότι τον ελκύει επίσης η πρακτική διάσταση της φωτογραφίας: οι φωτογραφικές μηχανές, ο σκοτεινός θάλαμος, η εμφάνιση φιλμ, η εκτύπωση φωτογραφιών και η αμεσότητα του να δημιουργείς κάτι, από το να βγεις μια βόλτα και να τραβήξεις ένα ρολό φιλμ μέχρι το να το τυπώσεις και να το κοιτάξεις. «Έχει μία πολύ άμεση ικανοποίηση -ή και απογοήτευση, καμιά φορά».


Στο -1 της Στέγης, το οποίο ο επιμελητής Μάικλ Μακ και ο αρχιτέκτονας και σκηνογράφος Λουκάς Μπάκας σχεδίασαν ώστε να παραπέμπει σε έναν κλασικό ελληνικό ναό, δεν θα πετύχεις αποκλειστικά πορτρέτα και τοπία, αλλά και παράξενα αντικείμενα -μια κούκλα στο σετ του «Poor Things», ένα αγαλματίδιο του Χριστού- , ζώα και αινιγματικά σκηνικά. Οι σειρές από τα γυρίσματα ταινιών αντιπροσωπεύουν περισσότερο το κινηματογραφικό ύφος του Λάνθιμου, μαγνητίζουν αμέσως το βλέμμα του θεατή και είναι πιο στιλιζαρισμένες – ακόμα κι αν αυτή δεν ήταν η πρόθεση του δημιουργού τους. Ίσως το τελευταίο να οφείλεται στο γεγονός ότι προέκυψαν από γυρίσματα των πιο πρόσφατων έργων του, όντας μεγαλύτερες και αρκετά πιο θεαματικές παραγωγές.



Από την άλλη, οι φωτογραφίες από την Ελλάδα θυμίζουν έντονα τα πρώτα κινηματογραφικά βήματα του αντισυμβατικού δημιουργού. Δεν θα δεις ινσταγκραμικά τοπία ή το ονειρικό νησιώτικο μπλε, αλλά ασαφείς, στοχαστικές λήψεις στις παρυφές της Αθήνας και σε ελληνικά νησιά. Παρατηρώντας τις 110 ασπρόμαυρες λήψεις στον κεντρικό χώρο της έκθεσης, θυμηθήκαμε την απόκοσμη ατμόσφαιρα και την άβολη αίσθηση που μας προκάλεσε ο «Κυνόδοντας». Και η αλήθεια είναι ότι, όταν φανταζόμασταν μια έκθεση φωτογραφίας δια χειρός Γιώργου Λάνθιμου, δεν περιμέναμε κάτι διαφορετικό.
Η κλίση προς το ασπρόμαυρο φιλμ ήταν εσκεμμένη. Όταν ο σκηνοθέτης επέστρεψε στην Ελλάδα μετά από μια δεκαετία στο εξωτερικό, προτίμησε το «μαυρόασπρο», όπως ο ίδιος το αποκαλεί, γιατί αλλοιώνει τον ρεαλισμό και παράλληλα ξεφεύγει από το ύφος μιας καρτ-ποστάλ που χαρακτηρίζει το ελληνικό τοπίο. «Δεν ήθελα αυτά τα καρτ-ποστάλ χρώματα να αποσπάσουν την προσοχή από το ίδιο το αντικείμενο που με ενδιέφερε στις εικόνες που τραβούσα».
Εκτός κάδρου

Υπό μία έννοια, το «Photographs» είναι μία εμβύθιση στις αναμνήσεις του Λάνθιμου. Ο καλλιτέχνης παραδέχτηκε ότι έχει πολύ κακή μνήμη και όσα θυμάται από την παιδική του ηλικία συνήθως είναι στατικές εικόνες. «Κάθε σημαντικό πράγμα στη ζωή μου μετατρέπεται σε εικόνα» δηλώνει και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. «Η στατική εικόνα έχει μια ελευθερία, γιατί δεν περιορίζει την αφήγηση και ταυτόχρονα μπορεί να είναι περίπλοκη ή πολύ απλή» εξηγεί.

Ο επιμελητής Μαικλ Μακ στάθηκε στο γεγονός ότι το «Photographs» αναδεικνύει τις πολλαπλές δυνατότητες της φωτογραφίας ως τέχνης και αποδεικνύει ότι υπάρχει ενδιαφέρον εκτός των ορίων μιας λήψης. Αυτό γίνεται αντιληπτό όταν συνειδητοποιείς ότι, χαζεύοντας στην έκθεση μια φωτογραφία που απεικονίζει ένα κεφάλι αλόγου, αρχίζεις να αναρωτιέσαι τι συμβαίνει δίπλα από το ζώο, εκτός κάδρου. Παρατηρώντας τα πόδια της Έμα Στόουν που ακουμπούν στον τοίχο ενός κινηματογραφικού σκηνικού, σκέφτεσαι ότι θα ήθελες να βλέπεις ολόκληρη την ηθοποιό για να είναι πιο φορμαλιστική η λήψη. Όμως τον Λάνθιμο δεν τον ενδιαφέρει η «τέλεια λήψη», ούτε να φωτογραφίσει κάτι καθαρά για χάρη του «ωραίου». Η έκθεσή του στη Στέγη είναι μια επέκταση του κινηματογραφικού του βλέμματος και, παράλληλα, ένας πειραματισμός με ένα μέσο το οποίο ξεκίνησε ως χόμπι αλλά οδήγησε τον καλλιτέχνη σε νέα, εξίσου συναρπαστικά εικαστικά μονοπάτια.




