Η Τίλντα Σουίντον μας έκανε το πιο υπέροχο life coaching
Η συνάντηση μαζί της ήταν μια εμπειρία που θα κρατήσουμε μέσα μας για καιρό, όχι μόνο γιατί ήταν με έναν τρόπο ολιστική με περφόρμανς, έκθεση (που συνεχίζεται), προβολές ταινιών και συζητήσεις, κυρίως διότι με όσα μας είπε και όσα μας έδειξε, ήταν σαν άνοιξε ένα παράθυρο στο «σπίτι» μέσα της και να μας καλωσόρισε στη ζωή και την ιστορία της
Περιεχόμενα
Αμφιβάλλω εάν όσοι ζήσαμε αυτή την ολιστική, εγκεφαλική και συναισθηματική, εμπειρία συνάντησης με την Τίλντα Σουίντον τις προηγούμενες ημέρες στο Onassis Ready μπορούμε να εξακολουθήσουμε να την βλέπουμε απλά ως μία ακόμα καλή ηθοποιό. Είναι και κάτι πέρα από αυτό, που μου φέρνει στο μυαλό τους στίχους της Μυρτιώτισσας, κάτι «πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο». Αυτό το αλλόκοτο πλάσμα που μοιάζει να προσγειώθηκε από άλλον πλανήτη με τον Major Tom του (καλού της φίλου) Ντέιβιντ Μπόουι συνταξιδιώτη από άλλον γαλαξία, που βρίσκει συνεχώς τρόπους να εξελίσσεται σαν να έχει υπογράψει με τη φύση ένα συμβόλαιο αέναων μεταμορφώσεων από κάμπια-πεταλούδα, μπρος πίσω και πάλι από την αρχή, και που δηλώνει ξανά και ξανά ότι δεν είναι κανονική ηθοποιός κι ούτε ήθελε ποτέ να γίνει («είναι πιο σημαντικό να ξέρεις τι δε θέλεις να γίνεις από το τι θέλεις να γίνεις», μας έλεγε συνωμοτικά), κι ας έχει πάρει ένα Όσκαρ β’ γυναικείου ρόλου για το «Μάικλ Κλέιτον» του Τζορτζ Κλέιτον, κι ας έχει κάνει μερικές εξαιρετικές ερμηνείες, κι ας έχει συνεργαστεί με σημαντικούς auteurs-αυτό το ψηλόλιγνο ξωτικό προτιμά για τον εαυτό της τον όρο «περφόμερ» ίσως γιατί σαν λέξη αφήνει περισσότερες ανοιχτές δυνατότητες, περισσότερα ελεύθερα πεδία που την περιμένουν να τα «κατοικήσει».
Μια ολιστική εμπειρία αποκρυπτογράφησης
Εμείς πάντως, μπορούμε να το λέμε ότι κάνει το σινεμά καλύτερο όχι μόνο γιατί είναι σπουδαία ηθοποιός αλλά γιατί, όπως περίπου το έθεσε και η ίδια «συμμετέχω μόνο σε ταινίες που θα ήθελα να δω κι εγώ η ίδια ως θεατής». Κάνει όμως, και τον κόσμο μας καλύτερο, με μικρές χειρονομίες απέναντι στα μεγάλα της ζωής, την φιλία, την αγάπη, την οικογένεια, την απώλεια τον θάνατο, έννοιες που διαμορφώνουν κάθε μία χωριστά και όλες μαζί τον πυρήνα της «Ongoing» εμπειρίας στο Onassis Ready του Ιδρύματος Ωνάση. Η συνάντηση μαζί της ήταν ένα βίωμα που θα κρατήσουμε μέσα μας για καιρό, όχι μόνο γιατί ήταν με έναν τρόπο ολιστική αφού περιελάμβανε μια περφόρμανς («A biographical Wardrove»), μια έκθεση («Ongoing», που συνεχίζεται), προβολές ταινιών, μια συζήτηση με την εκτελεστική διευθύντρια της Στέγης Αφροδίτη Παναγιωτάκου και ένα masterclass που δε θέλαμε να τελειώσει ποτέ (με συνομιλητή τον Ευρυπίδη Λασκαρίδη). Κυρίως διότι με όσα μας είπε και όσα μας έδειξε, ήταν σαν άνοιξε ένα παράθυρο στο «σπίτι» μέσα της και να μας καλωσόρισε στη ζωή, την ψυχή και την καρδιά της. Ναι, το γνωρίσαμε κάπως αυτό το ξεχωριστό πλάσμα, που ξεκίνησε στα μικρά της χρόνια με την επιθυμία να γίνει ποιήτρια, ήδη από τα δέκα της κέρδισε σχετικό διαγωνισμό, ταλέντο που μάλλον καταπνίγηκε μέσα στο αυστηρό πρόγραμμα-που ακολούθησε κατά γράμμα με τη συνέπεια «κόρης στρατιωτικού» που δεν ξεστράτιζε τότε εύκολα από την έννοια του καθήκοντος -στο πρωτόκολλο των σπουδών και στο υψηλό κύρος του πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ. Το γνωρίσαμε κάπως αυτό το πλάσμα που μοιάζει σαν να μην πατά στη γη, ελαφριά, διάφανη, και με μαγεία αερικού, γιατί μας αποκρυπτογράφησε την ιστορία της, της οικογένειας της-που ξεκινά γύρω στο 700 μ.Χ. σε ένα χωριό στα Χάιλαντς της Σκωτίας όπου εκεί συνεχίζει να γράφεται μέχρι σήμερα- και των δικών της ανθρώπων, ιστορία που είναι φυλαγμένη σε καλοραμμένες ραφές ρούχων τα οποία βγήκαν από τις ντουλάπες και παρέλασαν περήφανα αλλά και εύθραυστα μπροστά στα μάτια μας, ιστορία που είναι αποκρυσταλλωμένη σε βίντεο του Ντέρεκ Τζάρμαν και του Πέδρο Αλμοδόβαρ και που είναι «παγωμένη» για πάντα σε φωτογραφίες και πίνακες ζωγραφικής. Όλη αυτή η εμπειρία ήταν τελικά μια πολυσύθετη και πολυμεσική αυτοβιογραφία μιας καλλιτέχνιδας που ευτύχησε, όπως μας είπε και η ίδια, να έχει στις ζωή της όμορφες συναντήσεις (encounters είναι η ακριβής αγγλική λέξη και είναι τόσο όμορφη) που έγιναν τέχνη, μικρά καλλιτεχνικά γεγονότα που έχουν μυθικές ιστορίες να αφηγηθούν με την υπογραφή των καλών της φίλων Τζιμ Τζάρμους, Πέδρο Αλμοδόβαρ, Ντέρεκ Τζάρμαν, Λούκα Γκουαντανίνο, Απιτσατπόνγκ Βερασετακούν, Ολιβιέ Σαγιάρ, Τζοάνα Χογκ, Τιμ Ουόκερ. «Προέρχομαι από τα ’80s, τότε που δουλεύαμε μέσα σε φιλίες», μας έλεγε τοποθετώντας για άλλη μια φορά στο βάθρο που τους αρμόζει τις συναντήσεις με ανθρώπους που πορεύτηκαν μαζί της σε νέες μορφές ποίησης και σχέσεις που τις περιέγραψε ως ρίζες που άπλωσαν τα κλαδιά τους και έγιναν ταινίες, βίντεο αρτ,φωτογραφίες.

photo: Θωμάς Δασκαλάκης
Μας έστειλε στις αποθήκες και τα πατάρια
Σκεφτόμουν ότι τελικά αυτό που έκανε την εμπειρία της συνάντησης μαζί της τόσο σημαντική-είναι βέβαιο, ότι άφησε χνάρι μέσα μας, ότι μας γλύκανε την ψυχή- είναι το γεγονός ότι μπορούσαμε τόσο πολύ να βρούμε σε όσα μας είπε και διηγήθηκε θραύσματα από τις δικές μας ζωές αλλά και κοινές σκέψεις για έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο παράξενος. Την μέρα που είδα την περφόρμανς «A biographical Wardrobe» όπου αγκάλιαζε με τρυφερότητα το ροζ μάλλινο πουλόβερ, αγαπημένο ρούχο του πατέρα της, χωνόταν μέσα στο παλιό καμηλό εκατό χρονών παλτό του παππού της ή έβγαζε από το αμπαλάζ του το καλά διπλωμένο πουλόβερ του Ντέρεκ Τζάρμαν με τόση ιεροτελεστία σαν να έμπαινε σε ιερό ναό και άπλωνε μπροστά μας καθ’ όλη τη διάρκεια την ιστορία της οικογένειας της και της ζωής της έτσι όπως μπορούν να την αφηγηθούν τα ρούχα που κάποτε τύλιξαν σώματα ανθρώπων, φιλοξένησαν χειρονομίες και έγιναν τελικά συνοδοιπόροι ζωών στο πέρασμα τους στη γη, θυμάμαι πώς άρχισα να ανακαλώ τα προσωπικά μου κειμήλια της δικής μου οικογενειακής γκαρνταρόμπας, υφάσματα και υφές άλλων εποχών που κάποια από αυτά, παραμένουν στριμωγμένα στα μικρά μας διαμερίσματα της πόλης. Έτρεξα στο σπίτι να ανοίξω τις παλιές ξεχαρβαλωμένες δερμάτινες βαλίτσες της εποχής του ’40 όπου έχω καλά φυλαγμένα δυό ζευγάρια πανέμορφα παπούτσια, καλά μάλλον για επίσημες βραδιές χορού ή χαράς, της αγαπημένης μου γιαγιάς μου, ξαναχάιδεψα ρούχα του πατέρα μου που δυσκολεύομαι να αποχωριστώ μετά τον θάνατο του, κατέβασα από την κρεμάσταρα του αυτό το ωραίο μαύρο φόρεμα με τα λουλούδια που φορούσε η μαμά μου έγκυος σε εμένα. Πόσα και πόσα ρούχα δικών μας ανθρώπων δεν έχουν γίνει μια νοητή αγκαλιά μαζί τους όταν τα ξαναφοράμε; Τίλντα, σε ευχαριστούμε που μας το ξαναθύμισες, που μας έστειλες στις αποθήκες και στα πατάρια να βρούμε και να αγγίξουμε τις ιερές υφασμάτινες αναμνήσεις των αγαπημένων μας, να πάμε για λίγο κόντρα στο τετελεσμένο του θανάτου.
Η ευλογία της βαρεμάρας
Όσο και να ακουστεί παράξενο, με έναν τρόπο, το masterclass της Τίλντα Σουίντον ήταν και λίγο σαν … life coaching, αφού οι διηγήσεις από περιστατικά της δική της ζωής, χωρίς να γίνεται διδακτική, μπορούσαν να μεταφραστούν σε συμβουλές και ευγενικές παραινέσεις να στεκόμαστε σε όσα μετρούν, έχουν αξία σε ουσία και όχι χρήμα, ακόμα και σε όσα αξίζουν τον χρόνο μας, όπως ας πούμε… η βαρεμάρα, θυμίζοντας μας, σε μια εποχή που συνεχώς γκρινιάζουμε ότι δεν μας φτάνει ο χρόνος για να κάνουμε όσα πρέπει, σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται συνολικά από διάσπαση προσοχής ώστε τείνει να γίνει σχεδόν έμφυτο, κυταρρικό, ελάττωμα μας, ότι πρέπει να επιτρέπουμε στον εαυτό, και κυρίως στα παιδιά μας, να βαριούνται. Δεν θα ξεχάσει όπως μας διηγήθηκε, όταν σε μια συνάντηση γονέων στο σχολείο των τετράχρονων τότε παιδιών της, μια μαμά παραπονέθηκε ότι το παιδί της βαριέται και η δασκάλα απάντησε «μα αυτό είναι τέλειο!». Αυτό την είχε κάνει να θυμηθεί πόσο δημιουργική ήταν η δική της βαρεμάρα όταν μικρή καθόταν με τις ώρες και χάζευε από ένα παράθυρο: «Είχα ένα αρκουδάκι που είχε μπλε γυάλινα μάτια, το τοποθετούσα πολύ κοντά στο τζάμι, άστραφτε το φως από το γυαλί, έκαναν οι βλεφαρίδες μου μια αντανάκλαση και έμοιαζε σαν δάσος. Αν ήμουν όλη μέρα κολλημένη σε μια τηλεόραση δε θα είχα δει αυτό το δάσος… Το να βαριέσαι είναι και ευλογία, μην το φοβάστε».
Μερικές αξιοσημείωτες σκέψεις και ιστορίες της για ανθρώπους:
Για τον Ντέρεκ Τζάρμαν: Δεν είχα δει δουλειές του αλλά τον γνώριζα γιατί ήταν ένα είδους θρύλου του underground. Το σινεμά εκείνης της εποχής ήταν ασύλληπτο, ειδικά στο Ηνωμένο Βασίλειο. Υπήρχαν τρεις τρόποι για να κάνεις ταινία: α) πολύ υψηλού μπάτζετ παραγωγές όπως αυτές του Ντέιβιντ Λιν β) επίσης, ήταν πολύ υγιής και ισχυρή η τηλεοπτική βιομηχανία εκείνη την εποχή και γ) υπήρχε κι εκείνος ο «άγριος κήπος» πειραματικών σκηνοθετών, όπως ο Πίτερ Γκριναγουέι, η Σάλι Πότερ, ο Ντέρεκ Τζάρμαν, οι οποίοι έκαναν ταινίες μέσω του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου, ήταν χαμηλού μπάτζετ, καλλιτεχνικές. Αυτές τις ταινίες λάτρευα να βλέπω. Τον είχα ακούσει και μου κέντριζε το ενδιαφέρον. Πήγα να τον συναντήσω στο διαμέρισμα του, άνοιξε την πόρτα κρατώντας την κάμερα του, την οποία δεν άφησε καθόλου όσο μιλούσαμε, επί τρεις ώρες. Πρέπει να βρω κάποια στιγμή αυτές τις ταινίες. Μιλήσαμε λοιπόν επί τρεις ώρες, ήπιαμε πολλά φλυτζάνια τσάι και γίναμε φίλοι. Θα έκανε μια ταινία για την ζωή του Καραβάτζιο και έψαχνε κάποια που να μοιάζει με μοντέλο εκείνης της εποχής. Μάλλον ήμουν τυχερή…γενετικά και πήρα τον ρόλο. (…) Δεν θα ξεχάσω ποτέ που μας συμβούλευε «όταν πας σε γύρισμα, ετοιμάσου σαν να πηγαίνεις σε πάρτυ» (…) Το πουλόβερ που σας έδειξα στην περφόρμανς είναι ένα ρούχο που μοιραζόμασταν, το φορούσαμε εναλλάξ, κι όταν πέθανε (από HIV τo 1994) έτυχε να είναι η δική μου σειρά, έτσι έμεινε σε εμένα. Το 1994, στα 33 μου χρόνια, πήγα μέσα σε έναν χρόνο σε 43 κηδείες. Η γιαγιά μου, που είχε χάσει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο τρία αδέρφια, μου έλεγε «αυτός είναι ο πόλεμος της δική σας γενιάς».
Για τον Πέδρο Αλμδόβαρ: Παρόλο που πάντοτε λάτρευα το σινεμά του, ποτέ δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να έχω θέση μέσα σε αυτό. Δεν είμαι Ισπανίδα και δεν έχει τίποτα χλωμό το σινεμά του. Μια μέρα συνέβη το εξής. Παρόλο που δεν πηγαίνω συχνά σε πάρτυ στο Χόλιγουντ, που είναι κάπως σαν τσίρκα, καμιά φορά βρίσκομαι σε βραδιές βραβεύσεων. Και αν δεν είσαι από την Αμερική, νοιώθεις πολύ ξένος. Ήμουν λοιπόν σε ένα πολύ λαμπερό πάρτυ, στη μια πλευρά ήταν η Αντζελίνα Τζολί, στην άλλη ο Γιον Βόιτ και η Λάιζα Μινέλι και πολλοί ακόμα. Και στεκόμουν κάπως έξω από το «ρινγκ» κρατώντας την ανάσα μου και κάποια στιγμή κοιτάζω στα δεξιά μου και εκεί ήταν ο Πέδρο ο οποίος έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Αλληλοκοιταχτήκαμε χωρίς να πούμε λέξη. Δυό χρόνια μετά τον είδα να περνάει σε έναν διάδρομο στις Κάννες και του είπα «θέλω να σου πω μόνο ότι ή θα μάθω ισπανικά ή θα παίξω χωρίς να μιλάω». Γέλασε. Ήξερα ότι δε θα έγραφε στα αγγλικά. Και μια μέρα μου έστειλε το σενάριο του «Human voice», της μικρού μήκους που κάναμε το 2020. Κι έπειτα, το 2024 κάναμε «Το διπλανό δωμάτιο».

Για τον Ντέιβιντ Μπόουι: Η επαφή μου με τον Ντέιβιντ Μπόουι ξεκίνησε όταν ήμουν δώδεκα ετών. Μου δόθηκε ένα χαρτζιλίκι για τα χριστούγεννα και είδα το εξώφυλλο του άλμπουμ του «Aladdin sane» και το αγόρασα. Δεν είχα όμως, εξοπλισμό, οπότε δεν υπήρχε τρόπος να το ακούσω και απλά το περιέφερα μαζί μου, το πήρα στο σχολείο όπου ήμουν εσωτερική και το έστησα όρθιο στο γραφείο μου ώστε να το βλέπω. Κι όλο αυτό γιατί τον «αναγνώρισα». Ένοιωσα ότι αυτός ο άνθρωπος έμοιαζε σαν εμένα, ότι είναι ξάδερφος μου. Αυτή ήταν η αρχή της σχέσης μας. Μετά από χρόνια άκουσα τις μουσικές του. Στη συνέχεια απορροφήθηκα τελείως από τον κόσμο του, την μουσική του, την συνεισφορά του στη ζωή στη γη. Μια μέρα τέλη 80s, αρχές 90s, ήμουν στην King’ s Road στο Λονδίνο και τον είδα να έρχεται προς την πλευρά μου και μου είπε «γεια». Με αναγνώρισε και μου έπιασε κουβέντα, είχε δει τις ταινίες του Ντέρεκ Τζάρμαν. Μου είπε λοιπόν ότι γύριζε μια ταινία με τον Μάρτιν Σκορσέζε («Ο τελευταίος πειρασμός») όπου έκανε τον Πόντιο Πιλάτο. Και να σας πω και μια σημαντική λεπτομέρεια: όταν ήμουν 17 αρρώστησα βαριά με πυρετό και έφυγα από το σχολείο για να πάω στο σπίτι με τους γονείς μου να με φροντίσουν. Βαριόμουν πραγματικά ξαπλωμένη όλη μέρα στο κρεβάτι. Η ξαδέρφη του πατέρα μου ήταν παντρεμένη με έναν σεναριογράφο και μου έφερε ένα σενάριο για να με διασκεδάσει-ένα σενάριο στο χαρτί είναι, ξέρετε, κάτι πολύ περίεργο, σαν να έχει ιερογλυφικά. Δεν το πολυκαταλάβαινα. Πολύ αργότερα ανακάλυψα ότι ήταν ήταν το σενάριο της ταινίας «Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη» (του Νίκολας Ρεγκ με τον Ντέιβιντ Μπόουι) και ο ξάδερφος του πατέρα μου ήταν ο Πολ Μάγιερσμπεργκ! Χρόνια λοιπόν αργότερα, έγινε η τυχαία συνάντηση στον δρόμο, μετά τον έχασα, και μια μέρα με πλησίασε και μου είπε ότι κάνει ένα νέο άλμπουμ και ήθελε να παίξω σε φιλμάκι την γυναίκα του. Και από τότε γίναμε πολύ στενοί φίλοι και αλληλογραφούσαμε πολύ τακτικά με email. Η αλληλογραφία μας είναι φανταστική, έχει περάσει από το μυαλό μου να την εκδώσω μία μέρα αλλά νοιώθω λίγο περίεργα γιατί είναι πολύ προσωπική και αστεία. Για μένα ο Ντέιβιντ εξέφραζε όλες αυτές τις έννοιες της μεταμόρφωσης, της ρευστότητας, της περιέργειας. Και ένα πράγμα που μπορώ να σας πω για αυτόν σαν άνθρωπο, τουλάχιστον για τα χρόνια που ήμασταν φίλοι, ήταν ότι ήταν πολύ χαρούμενος άνθρωπος, λάτρευε να δουλεύει και θυμάμαι τους τελευταίους μήνες όταν ήταν άρρωστος μου είχε γράψει ότι έγραφε τόση πολλή μουσική, δεν σταματούσε μέχρι το τέλος.

photo: Θωμάς Δασκαλάκης
Για το «Ongoing»: Σηματοδοτεί μια νέα εποχή για εμένα, με κάνει συγγραφέα μετά από τόσα χρόνια. Καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι με περιγράφουν ως ηθοποιό. Έχω παίξει και παίζω σε ταινίες που δεν έχω γράψει, ούτε έχω σκηνοθετήσει, ούτε έχω μαζέψει τα χρήματα για να γίνουν. Όμως το νοιώθω σαν έναν δικό μου περίεργο τρόπο να γράφω ξανά, το να επιμελούμε αυτή την έκθεση, το βιβλίο, να γράφω όλο και περισσόερο. Ο κόσμος της δουλειάς και ο κόσμος της ζωής μου έτσι όπως σε μεγάλο βαθμό εξηγούνται μέσα από αυτή την περφόρμανς είναι σαν να διαλύονται για να γίνουν ένα. Το γεγονός ότι χθες κατά τη διάρκεια της περφόρμανς βρήκα άμμο στην τσέπη του σακακιού μου, είναι εμβληματικό. Θα μείνει εκεί μέσα στην τσέπη, όπου και να ταξιδέψει αυτή η έκθεση. Πιστεύω ότι οι μέρες όπου ήμoυν «διερμηνέας» έργων άλλων είναι ένα κεφάλιο που δε θα επισκέπτομαι τόσο πολύ-όχι ότι δε θα το ξανακάνω-αλλά πραγματικά με ενδιαφέρει αυτό που δημιουργώ τώρα, το αίσθημα της συγχώνευσης κόσμων.

Για το θέατρο: Δεν εκπαιδεύτηκα ως ηθοποιός. Αλλά στο πανεπιστήμιο η αλήθεια είναι ότι έπαιξα σε 23 παραστάσεις, και ο σκηνοθέτης που δούλεψα κυρίως τότε, που είναι πλέον φίλος μου και συνεχίζει την καριέρα του στο θέατρο είναι ο Στίβεν Άνγουιν. Ήμασταν και οι δύο παθιασμένοι με τον Μπρεχτ-σεβόμασταν βέβαια τον Στανισλάφσκι-αλλά ο Μπρεχτ ήταν ξεχωριστός για εμάς. Και τώρα επανήλθε στο μυαλό μου. Σας έλεγα προηγουμένως ότι δεν με ενδιέφερε ποτέ να κάνω θέατρο και η τελευταία πράσταση όπου έπαιξα ήταν το 1988! Ήταν one man show που έκανα στο Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου, ένα ένα εξαιρετικό έργο του Manfred Karge, το «Man to Man». Φέτος το Βασιλικό Θέατρο θα γιορτάσει τα εβδομήντα του χρόνια και θα το ξανακάνω! Είναι τρομακτικό μετά από τόσα χρόνια. Είναι βαθιά πολιτικό θέατρο, μπρεχτικό.
Ας κλείσουμε με τις δικές της σημειώσεις «για μια ριζοσπαστική ζωή» (notes for a radical leaving)όπως τις έγραψε για ένα εσωτερικό σημείωμα που συνόδευε το εξώφυλλο της στο περιοδικό Vogue:
Make friends with chaos /Hold a calm mind/ Let things shake/ Forgive human frailty/ Champion second chances/ Defy unkindness/Reverence fellowship/ Listen to the quiet/ Respect the young/Seek growth/Trust in change/Treasure learning/ Inspire faith in evolution/Hold faith in miracles/Look beyond the binary/Be wary of the doubtless/Honour the brightheaded/grow plants/attend to the weather/be electric/cherish language/celebrate silence/dance daily/bless the handmade/magic up fresh beauty/sink in to pain/find join into shadow/challenge assumptions/follow the wind/look upwards/swoon under clouds/feel your courage/faceforward/read history/open your ears/drop your shoulders/bend your kneews/raise the roof/keep breathing/e trustworthy/take care of yourself/believe in goodness/head for the light
* Η έκθεση «Ongoing» συνεχίζεται έως τις 28 Ιουνίου και οι προβολές στο θερινό σινεμά στην ταράτσα του Onassis Ready έως τις 26 Ιουνίου.

