Σε ποιους ανήκει τελικά ο δημόσιος χώρος;
© © Wirestock Creators / Shutterstock.com

Σε ποιους ανήκει τελικά ο δημόσιος χώρος;

Η άρον άρον απομάκρυνση του αμφιθεάτρου στο Ζάππειο και η αναβολή του Φεστιβάλ Ολυμπίων, μετά το κύμα αντιδράσεων, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος αποφασίζει τελικά για τον δημόσιο χώρο;

Όσο φιλόδοξα και γοργά στήθηκε το υπαίθριο αμφιθέατρο μπροστά από το Ζάππειο Μέγαρο για να φιλοξενήσει το νεόκοπο Φεστιβάλ Ολυμπίων, άλλο τόσο γρήγορα ξηλώθηκε κακήν κακώς. Μετά το κύμα αντιδράσεων που ξεσηκώθηκε στα social media για την ακαλαισθησία και το μέγεθος της κατασκευής, την τοποθέτησή της μπροστά από το αθηναϊκό τοπόσημο και, τελικά, για την απαξίωση της ίδιας της έννοιας του δημόσιου χώρου, η Επιτροπή Ολυμπίων και Ζαππείου Κληροδοτήματος αναγκάστηκε να προχωρήσει στην αναβολή του πολυδιαφημισμένου φεστιβάλ το βράδυ πριν από την εναρκτήρια συναυλία του τζαζ συνόλου του Δήμου Αθηναίων, «Swinging with the Big Band», για τη Γιορτή της Μουσικής.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις





Πρόσθεσε το Exodos στη Google

«Στην καρδιά της Αθήνας, στους Κήπους του Ζαππείου, εκεί όπου η ιστορία συναντά τη διαχρονική ομορφιά, γεννιέται ένας νέος τόπος συνάντησης και δημιουργικής έκφρασης και ένας φιλόδοξος καινούργιος θεσμός»: με αυτά τα λόγια συστήθηκε το Φεστιβάλ Ολυμπίων στο κοινό, με τις μακέτες που συνόδευαν το δελτίο Τύπου του ιδιώτη παραγωγού που ανέλαβε την υλοποίησή του να φαντάζουν, στην καλύτερη περίπτωση, παραπλανητικές. Τα προσχέδια κατέληξαν να διαφωνούν ριζικά με την πραγματικότητα που οι Αθηναίοι είδαν να διαμορφώνεται μπροστά στα μάτια τους: η σιδεροκατασκευή, με συνολική χωρητικότητα που ξεπερνούσε τους 1.000 θεατές, έκρυψε εντελώς την πρόσοψη του Μεγάρου και απέκλεισε την πρόσβαση σε αυτό.

Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η απομάκρυνση της σκηνής και των σχετικών εγκαταστάσεων έγινε για «τεχνικούς λόγους που αφορούν τον χώρο του Ζαππείου», ευχαριστώντας καλλιτέχνες, συνεργάτες και κοινό για την κατανόηση και τη στήριξη. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει κάποια σαφής ενημέρωση για τον επαναπρογραμματισμό των δεκάδων συναυλιών και θεατρικών παραστάσεων που είχαν ανακοινωθεί για τις επόμενες πέντε εβδομάδες. Και φυσικά, για την πλειονότητα των εκδηλώσεων δεν μιλάμε για γεγονότα με ελεύθερη είσοδο. Ακόμη πιο προβληματικό είναι ότι η κατασκευή προχώρησε χωρίς τη σχετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων. Και αυτό μετατοπίζει τη συζήτηση από την αισθητική ή την επιτυχία μιας διοργάνωσης σε κάτι πιο ουσιαστικό: τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται αποφάσεις για χώρους που ανήκουν σε όλους.

Πέρα από μια κακόγουστη κατασκευή

Η υπόθεση του Ζαππείου, όμως, δεν αφορά μόνο μια αμφιλεγόμενη κατασκευή ή μια διοικητική αστοχία. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα τον δημόσιο χώρο και το ποιος έχει τελικά δικαίωμα πάνω σε αυτόν. Γιατί το ερώτημα που αναδύθηκε μέσα από τις αντιδράσεις των τελευταίων ημερών δεν είναι αν η Αθήνα χρειάζεται περισσότερα φεστιβάλ ή πολιτιστικές εκδηλώσεις. Είναι αν οι ελάχιστοι ελεύθεροι χώροι που έχουν απομείνει στην πόλη μπορούν να αντιμετωπίζονται ως οικόπεδα προς εκμετάλλευση, διαθέσιμα σε όποιον διαθέτει επιχειρηματικό σχέδιο και κατάλληλες διασυνδέσεις.

Η εικόνα ενός υπαίθριου θεάτρου να αποκλείει την πρόσοψη του Ζαππείου λειτούργησε ως καταλύτης, επειδή συμπύκνωσε μια εμπειρία που πολλοί κάτοικοι της Αθήνας βιώνουν καθημερινά εδώ και χρόνια: μια αίσθηση διαρκούς εκτοπισμού από την ίδια τους την πόλη. Οι γειτονιές αλλάζουν με ρυθμούς που δεν καθορίζονται από τις ανάγκες των κατοίκων τους, αλλά από τις απαιτήσεις της τουριστικής οικονομίας, της βραχυχρόνιας μίσθωσης και της εμπορικής αξιοποίησης κάθε διαθέσιμου τετραγωνικού μέτρου.

Από την Κυψέλη μέχρι το Πεδίον του Άρεως, οι διεκδικήσεις των κατοίκων σε επίπεδο γειτονιάς περιστρέφονται γύρω από το ίδιο αίτημα: περισσότερο χώρο για ζωή και λιγότερο χώρο για κατανάλωση. Στην Κυψέλη, γονείς και κάτοικοι επισημαίνουν ότι τα παιδιά μεγαλώνουν σε μια γειτονιά όπου οι δημόσιοι χώροι παιχνιδιού είναι ελάχιστοι, ενώ οι πεζόδρομοι καταλαμβάνονται όλο και περισσότερο από τραπεζοκαθίσματα. Στο Πεδίον του Άρεως, έναν από τους ελάχιστους μεγάλους χώρους πρασίνου της Αθήνας, πρωτοβουλίες κατοίκων αντιδρούν στις συνεχείς παραχωρήσεις χώρων για εμπορικές και χορηγούμενες εκδηλώσεις, την ώρα που βασικές ανάγκες του πάρκου, από το πράσινο και τις παιδικές χαρές μέχρι τις υποδομές άθλησης, παραμένουν σε δεύτερη μοίρα.

Πρόκειται για διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου προβλήματος. Της αντίληψης ότι ο δημόσιος χώρος αποκτά αξία μόνο όταν μπορεί να αποφέρει έσοδα, επισκεψιμότητα ή προβολή. Ότι ένα πάρκο πρέπει να φιλοξενεί εκδηλώσεις, μια πλατεία να μετατρέπεται σε χώρο κατανάλωσης και ένα ιστορικό μνημείο να λειτουργεί ως φόντο για ακόμη ένα εμπορικό γεγονός. Όμως οι δημόσιοι χώροι δεν υπάρχουν για αυτόν τον σκοπό και η αξία τους δεν μετριέται σε εισιτήρια, χορηγίες, επισκέπτες. Βρίσκεται ακριβώς στην ελευθερία που προσφέρουν να περπατήσεις χωρίς να χρειάζεται να πληρώσεις, να καθίσεις χωρίς να καταναλώσεις, να συναντηθείς, να ξεκουραστείς, να παίξεις, να ασκηθείς ή απλώς να υπάρξεις μέσα στην πόλη.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι διοργανώνονται πολιτιστικές εκδηλώσεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πρόσβαση των πολιτών στον δημόσιο χώρο θεωρείται διαπραγματεύσιμη και όταν η εμπορική αξιοποίηση παρουσιάζεται ως σημαντικότερο δημόσιο συμφέρον από την καθημερινή χρήση του χώρου από τους κατοίκους.

Σχετικές καταχωρίσεις

Σχετικά άρθρα