Η επόμενη μέρα των προσφυγικών της Αλεξάνδρας
Η Περιφέρεια Αττικής επαναφέρει τα σχέδιά της για αξιοποίηση των προσφυγικών της Αλεξάνδρας ως χώρων κοινωνικής κατοικίας συναντώντας τις αντιδράσεις της Κοινότητας Κατειλημμένων Προσφυγικών.
Περιεχόμενα
Φαίνεται πως η σχεδόν εκατονταετής ιστορία των Προσφυγικών της Αλεξάνδρας διανύει μια κρίσιμη καμπή. Για να αντιληφθεί κανείς καλύτερα αυτό το σταυροδρόμι οφείλει να κάνει μια αναδρομή. Πρόκειται για οκτώ πολυκατοικίες, έξι παράλληλα τοποθετημένες με μέτωπο στην λεωφόρο Αλεξάνδρας και δύο πίσω από το νοσοκομείο «Άγιος Σάββας», οι οποίες κατασκευάστηκαν από το 1933 μέχρι το 1936 σε σύμπραξη του αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρι και του πολιτικού μηχανικού Δημήτρη Κυριακού. Οι προσφυγικές πολυκατοικίες της Αλεξάνδρας υλοποιήθηκαν και διαμορφώθηκαν υπό τις αισθητικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής τους. Σε στυλ Bauhaus και με γνώμονα την λιτότητα στις γραμμές και την λειτουργικότητα στους εσωτερικούς χώρους, τα 228 διαμερίσματα επιφάνειας 50 έως 55 τετραγωνικών αγοράστηκαν από οικογένειες Ποντίων και Μικρασιατών για την κάλυψη των στεγαστικών τους αναγκών.
Την τελευταία 25ετία τα Προσφυγικά αποτελούν μια από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις εγκατάλειψης και παλινωδίας από μέρους της Πολιτείας. Δύο από τις οκτώ πολυκατοικίες κηρύχθηκαν διατηρητέες το 2003 με την απόφαση να κατεδαφιστούν οι άλλες έξι, κάτι που όμως εν τέλει αποφεύχθηκε και οι υπόλοιπες έξι πολυκατοικίες κηρύχθηκαν επίσης διατηρητέες το 2009. Το Δημόσιο απέκτησε τα 177 από τα 228 διαμερίσματα παραχωρώντας τα στην Περιφέρεια Αττικής και το 2018 μέσω της «Ανάπλασης Αθήνας» και προϋπολογισμό 12 εκατομμυρίων εγκρίθηκε μελέτη για την αποκατάσταση όψεων και κοινόχρηστων χώρων των πολυκατοικιών καθώς επίσης και για την ανακαίνιση των 177 διαμερισμάτων. Το σχέδιο, το οποίο δεν προέβλεπε κάποια αλλαγή χρήσης παρά μόνο την παραχώρηση κάποιων κατοικιών για την φιλοξενία των συγγενών καρκινοπαθών στον «Άγιο Σάββα» τελικώς εγκαταλείφθηκε κατά το διάστημα 2019 με 2023.
Η τρέχουσα περιφερειακή διοίκηση επαναφέρει το σχέδιο αποκατάστασης των Προσφυγικών με την πρόθεση να λειτουργήσουν ως χώροι κοινωνικής κατοικίας. Οι ήδη διαμένοντες στις πολυκατοικίες, οι οποίοι ανέρχονται σε άνω των 400 ανθρώπων σύμφωνα με την Κοινότητα Κατειλημμένων Προσφυγικών, έχουν εκφράσει την εναντίωσή τους στο σχέδιο της Περιφέρειας Αττικής προτάσσοντας την συμβολή τους στην απομάκρυνση εστιών ναρκωτικών από την γειτονιά, την παροχή κοινωνικού έργου σε ευάλωτους πολίτες και την εν γένει λειτουργία των χώρων στη βάση της αυτοοργάνωσης και της αλληλεγγύης. Η αντιπρόταση της Κοινότητας είναι η ανακαίνιση των προσφυγικών πολυκατοικιών να ανατεθεί στην ΑΜΚΕ «Κάτοικοι και Φίλοι Προσφυγικών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας» με δικά της έξοδα. Αποκορύφωμα της εναντίωσης της Κοινότητας Κατειλημμένων Προσφυγικών στα σχέδια της Περιφέρειας αποτέλεσε η απεργία πείνας του Αριστοτέλη Χαντζή από τις 5 Φεβρουαρίου και της Suzon Dopagne από την 1η Μαΐου, αμφοτέρων μελών της κοινότητας. Υπενθυμίζεται πως παρά τον τερματισμό της πολύμηνης απεργίας πείνας του Αριστοτέλη Χαντζή την 24η Ιουνίου σε συνέχεια και σχετικού ψηφίσματος από το Δήμο Αθηναίων, η κατάστασή του παραμένει – μέχρι την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές – κρίσιμη.

Σε αναζήτηση διεξόδου
Ας παραδεχτούμε πως για τα προσφυγικά της Αλεξάνδρας δεν υπάρχει μια εύκολη λύση, πόσω μάλλον μια λύση ευρέως αποδεκτή. Ζητούμενο είναι μία λύση ρεαλιστική και εφικτή, καθώς επίσης δίκαιη τόσο για το κοινωνικό σύνολο αλλά και τους άμεσα θιγόμενους. Η σύγκρουση της Κοινότητας Κατειλημμένων Προσφυγικών και Περιφέρειας Αττικής έγκειται στον τρόπο αποκατάστασης των Προσφυγικών και του πλαισίου λειτουργίας τους. Αισθάνομαι, όμως, πως πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να σκεφτούμε το πρόβλημα με δύο πτυχές: αφενός το πώς αποτιμούμε συλλογικά τις προσφυγικές πολυκατοικίες ως αρχιτεκτονική – και όχι μόνο – κληρονομιά και, αφετέρου, πώς σκεφτόμαστε την αξιοποίηση του δημόσιου χώρου και, συγκεκριμένα, για τον σκοπό της κοινωνικής κατοικίας.
Αναφορικά με το πρώτο, η αρχιτεκτονική των προσφυγικών πολυκατοικιών στην Ελλάδα και, ειδικότερα αυτών της λεωφόρου Αλεξάνδρας, συνδύασε την ικανοποίηση των στεγαστικών αναγκών των Μικρασιατών προσφύγων με το πρακτικό και λειτουργικό πνεύμα που έφερε ο μοντερνισμός του Μεσοπολέμου στο δομημένο περιβάλλον. Παρότι η αρχιτεκτονική των προσφυγικών πολυκατοικιών δεν συγκινεί εξίσου όλες και όλους, λίγοι θα αμφισβητήσουν την ιστορική αξία και το αποτύπωμα της εποχής που φέρουν. Σημαντικό, μάλιστα, τεκμήριο αποτελούν και τα σημάδια που φέρουν στους τοίχους – όπως και άλλες πολυκατοικίες των Αθηνών – από τις συγκρούσεις που έλαβαν χώρα κατά της διάρκεια των Δεκεμβριανών του 1944. Γι’ αυτούς τους λόγους τα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας πρέπει να σωθούν και η αποκατάστασή τους είναι μονόδρομος.
Ταυτόχρονα, η ιδέα της αξιοποίησης των Προσφυγικών για τη δημιουργία κοινωνικής κατοικίας έρχεται σε μια χρονική συγκυρία που η ύπαρξη στεγαστικής πολιτικής έχει κριθεί επιτακτική. Η μελέτη των αντίστοιχων διεθνών πρακτικών και περιπτώσεων – μιας και τα παραδείγματα κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα δεν είναι πολυάριθμα – κρίνεται αναγκαία, όπως επίσης αναγκαίος κρίνεται και ο ουσιαστικός διάλογος με τους διαμένοντες στα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας χωρίς να αγνοείται από την Πολιτεία η πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί επί σειρά ετών.
Διαβάστε επίσης
