Ρωτήσαμε τη Δάφνη Μπεχτσή πώς κατάφερε να αλλάξει το κινηματογραφικό τοπίο στην Ελλάδα με το Cinobo
Μιλήσαμε με την ιδρύτρια και CEO του Cinobo για το στήσιμο της δημοφιλούς πλατφόρμας, τα ρίσκα του επιχειρείν στην Ελλάδα, και τη σημασία της πρόσβασης στον κινηματογράφο.
Περιεχόμενα
Έχουν περάσει μονάχα μερικοί μήνες από την ανακοίνωση πως η Warner Bros., ένα από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά στούντιο παγκοσμίως, βρισκόταν σε πλειστηριασμό, με δύο από τις πιο δημοφιλείς streaming πλατφόρμες να προσπαθούν να δώσουν τη μεγαλύτερη προσφορά για να το αποκτήσουν. Η συζήτηση τότε γυρνούσε γύρω από γεγονός πως κανείς μας δεν ήθελε να εναποθέσει τις ελπίδες του για το μέλλον του κινηματογράφου αποκλειστικά στο Netflix ή στην Paramount+. Και δεν είχαμε άδικο.
Και, ενώ το εφιαλτικό σενάριο πραγματοποιήθηκε και η Paramount+ αγόρασε ολόκληρη την εταιρεία, στην Ελλάδα υπάρχει μια streaming πλατφόρμα που μας δείχνει έναν διαφορετικό και πιο αλληλέγγυο δρόμο αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη. Επικοινωνήσαμε με την Δάφνη Μπεχτσή, την ιδρύτρια και CEO του Cinobo, ενός από τα μεγαλύτερα ελληνικά success stories, για να μιλήσουμε για το στήσιμο της δημοφιλούς πλατφόρμας, τα ρίσκα του επιχειρείν στην Ελλάδα, και τη σημασία της πρόσβασης στον κινηματογράφο, είτε πρόκειται για το σαλόνι μας, είτε για τη σκοτεινή αίθουσα.

Cinobo σημαίνει Cinema No Borders
Λίγα χρόνια πριν, η Δάφνη άφησε πίσω στη Γλασκώβη τη ζωή της και μια επιτυχημένη καριέρα, για να επιστρέψει και να κυνηγήσει ένα όνειρο που την περιτριγύριζε καιρό. Έχοντας περάσει όλη της την παιδική και εφηβική ηλικία βουτηγμένη μέσα στο σινεμά, μου περιγράφει την κατάσταση που της είχε γίνει έμμονη ιδέα: «δαπανάται τόση ενέργεια, από τόσο κόσμο, να παράξει ταινίες και ιστορίες που οφείλουν να ειπωθούν, ιστορίες που μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας, τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας, και δεν υπάρχει κάπου να τις δεις! Δεν το χωρούσε το κεφάλι μου αυτό».
Το τάιμινγκ της επιτυχίας
Και, στην πραγματικότητα, το ένστικτό της ήταν εντελώς σωστό και με όρους αγοράς. Όταν τη ρώτησα γιατί αποφάσισε να ξεκινήσει αυτό το δύσκολο εγχείρημα στην Ελλάδα, όπου το ρίσκο θα μπορούσε να είναι μεγάλο, μου απάντησε πως πέρα από το σωστό τάιμινγκ, η ελληνική αγορά της προσέφερε μια οικειότητα που δύσκολα θα έβρισκε αλλού: «μου ήταν πολύ πιο εύκολο να το ξεκινήσω από την Ελλάδα, γιατί ήταν μια αγορά πιο διαχειρίσιμη σε κόστη, είχα μια εικόνα της βιομηχανίας, του ποιες είναι οι εταιρείες διανομής εδώ, πώς δουλεύουν». Μιλώντας για τους πρώτους μήνες του στησίματος, μου περιγράφει πως άφησε πίσω τα πάντα, πως έμενε στο σπίτι της αδερφής της, στο μικρό δωματιάκι υπηρεσίας που έχουν τα εξαρχειώτικα διαμερίσματα, δουλεύοντας ολόκληρη μέρα και ολόκληρη τη νύχτα, περίπου όπως βλέπουμε να ξεκινούν οι start-ups στις ταινίες: «μόνο που εγώ δεν ήμουν σε γκαράζ, ήμουν στο μπαλκόνι της αδερφής μου».
Κατά μια διαβολεμένη σύμπτωση, το λανσάρισμα της πλατφόρμας έγινε ταυτόχρονα με την ανακοίνωση για το πρώτο κύμα lockdown. Ενώ οι κινηματογραφικές αίθουσες έκλειναν, το Cinobo άρχισε να μπαίνει σε τροχιά επιτυχίας, μεγαλώνοντας όλο και περισσότερο. Ευτυχώς για όλους μας, η πίστη στη συλλογική εμπειρία παρακολούθησης βρισκόταν στο DNA της πλατφόρμας. Όταν οι καραντίνες σταμάτησαν και οι αίθουσες άνοιξαν ξανά, το Cinobo ξεκίνησε να προσφέρει στους συνδρομητές δωρεάν εισιτήρια ώστε να παρακολουθούν ταινίες σε κινηματογράφους σε όλη την πόλη.

Τα καινούρια παλιά μας σινεμά
Όταν, λίγο καιρό μετά, μερικές από τις αθηναϊκές αίθουσες κινδύνευσαν, αυτή ακριβώς η πίστη ήταν που οδήγησε το Cinobo στο να αποτρέψει το οριστικό τους κλείσιμο. Μου περιγράφει πως «το Cinobo Όπερα και το Cinobo Patision δεν τα διαλέξαμε, το ένα θα γινόταν θέατρο και το άλλο θα έκλεινε για πάντα. Θα γινόταν ίσως σούπερ μάρκετ» και η τύχη του πλέον κλειστού «Ιντεάλ», το οποίο θα χρησιμοποιηθεί μάλλον ως αίθουσα εκδηλώσεων ξενοδοχείου, επιβεβαιώνει τα λεγόμενά της: «με φροντίδα, αγάπη, ωραίο πρόγραμμα, μεράκι, με τη σωστή ομάδα και τον σωστό τρόπο, τα σινεμά αυτά όχι μόνο δεν έκλεισαν, αλλά κατάφεραν να αποκτήσουν φανατικό κοινό και να γίνουν κομμάτι της πόλης». Για την ανακαίνιση του Cine Paris, του πιο όμορφου θερινού στον κόσμο σύμφωνα με τη λίστα του περιοδικού Time Out, περιγράφει πως ένα αίσθημα ευθύνης καθοδήγησε την ομάδα: «είναι ένα φανταστικό ιστορικό σινεμά, όποιος το αναλάμβανε θα είχε την ευθύνη να κάνει κάτι μοναδικό εκεί και να σεβαστεί την ιστορία του, να διατηρήσει τον χαρακτήρα του ως ένα ελληνικό θερινό σινεμά όπως το αγαπάμε και το ξέρουμε». Σήμερα, το αγαπημένο Cinobo Όπερα κάνει διάλειμμα για το καλοκαίρι και προετοιμάζεται για μια καινούρια και ανανεωμένη σινεφιλική χρονιά.
Η κοινότητα του Cinobo μεγαλώνει
Τον λόγο που το Cinobo έχει γνωρίσει τόσο μεγάλη επιτυχία το αποδίδει, από τη μία πλευρά, στο δυνατό love brand και το στήσιμο μιας ισχυρής κοινότητας γύρω από την πλατφόρμα και τους κινηματογράφους με τους οποίους συνεργάζεται. Από την άλλη, στην οργανική ανάπτυξη της πλατφόρμας και την επανεπένδυση, με όλα τα έσοδα να επιστρέφουν σε αυτή. Και έτσι: «σήμερα στην Ελλάδα, το Cinobo έχει φτάσει να είναι συνώνυμο του σινεμά».
Σε ό,τι αφορά τα σχέδια για το μέλλον, της ζήτησα να μου επιβεβαιώσει τις φήμες πως η streaming πλατφόρμα θα επεκταθεί εκτός της Ελλάδας και της Κύπρου όπου δραστηριοποιείται σήμερα. Τα νέα είναι θετικά: «Ετοιμαζόμαστε να βγούμε σε μία χώρα μέσα στον επόμενο χρόνο, θα το ανακοινώσουμε σύντομα». Και, αν αυτό σημαίνει κάτι, είναι πως η αγαπημένη πλατφόρμα συνεχίζει να αναπτύσσεται σταθερά, παραμένοντας προσηλωμένη στην ιδέα πως ο κινηματογράφος δεν έχει σύνορα.
