Ο Γιώργος Δήμος έγραψε 15 flash fiction ιστορίες για ανθρώπους που ασφυκτιούν αλλά συνεχίζουν να ζουν
Ο συγγραφέας μιλά στο Exodos για τις «Επτά μέρες στην Κόλαση», το πρώτο του βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός.
Περιεχόμενα
Υπάρχουν βιβλία που ζητούν από τον αναγνώστη να ακολουθήσει μια ιστορία και άλλα που τον προκαλούν να αμφισβητήσει κάθε βεβαιότητα. Οι «Επτά μέρες στην Κόλαση» (εκδ. Ιωλκός), το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Δήμου, ανήκουν ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για μια συλλογή σύντομων διηγημάτων που, με πρώτη ματιά, κινούνται στα όρια του τρόμου και της τρυφερότητας, του παράδοξου και του μεταφυσικού. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ενδιαφέρονται τόσο να τρομάξουν όσο να διαταράξουν την αίσθηση ασφάλειας του αναγνώστη, να τον κάνουν να αμφισβητήσει όχι μόνο όσα διαβάζει, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο διαβάζει.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες γίνεται σαφές ότι τίποτα δεν είναι απολύτως βέβαιο. Οι αφηγητές του Δήμου δεν είναι πρόσωπα που εμπιστεύεσαι εύκολα. Αντίθετα, λειτουργούν ως φίλτρα μιας πραγματικότητας που συνεχώς μετατοπίζεται.
«Γενικά όλες οι ιστορίες της συλλογής μπορούν να διαβαστούν με δύο τρόπους: είτε όσα συμβαίνουν είναι πραγματικά είτε είναι προϊόν του μυαλού του χαρακτήρα», μου λέει ο συγγραφέας. «Παίζω με αυτή την αμφισημία γιατί δεν με ενδιαφέρει να δώσω μία απάντηση. Προτιμώ ο αναγνώστης να μπορεί να ερμηνεύσει διαφορετικά την ίδια ιστορία. Επίσης, σχεδόν όλοι οι αφηγητές της συλλογής είναι αναξιόπιστοι. Έχουν μια δική τους, παράξενη οπτική για τον κόσμο. Για παράδειγμα, στον “Νεκροθάφτη” ο χαρακτήρας λέει ότι σκότωσε τη γυναίκα του επειδή δεν υπήρχε άλλη λύση. Εσύ, ως αναγνώστης, σκέφτεσαι αμέσως ότι φυσικά υπήρχαν άπειρες άλλες επιλογές. Εκεί αρχίζει να κλονίζεται η εμπιστοσύνη σου απέναντί του.»

Αυτή η σταδιακή διάρρηξη της εμπιστοσύνης είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα αφηγηματική στρατηγική του βιβλίου. Οι ήρωες δεν εμφανίζονται εξαρχής ως ακραίες φιγούρες· σε οδηγούν σταδιακά στην οπτική τους, μέχρι να φτάσουν σε ένα σημείο από το οποίο δεν μπορείς πλέον να τους ακολουθήσεις.
Όπως εξηγεί ο ίδιος ο Δήμος: «Στην αρχή ταυτίζεσαι με τον χαρακτήρα, αναγνωρίζεις σκέψεις και συναισθήματα που θα μπορούσαν να είναι και δικά σου. Σιγά-σιγά, όμως, αρχίζει να περνάει ένα όριο. Συνεχίζεις να τον ακολουθείς μέχρι που κάποια στιγμή κάνει κάτι αδιανόητο και τότε λες: “Όχι, εδώ δεν μπορώ να τον ακολουθήσω άλλο”. Μου αρέσει αυτό το πέρασμα, γιατί πολλές φορές γίνεται σχεδόν ανεπαίσθητα. Φτάνεις στο τέλος και αναρωτιέσαι πώς βρέθηκες να συμμερίζεσαι έναν άνθρωπο που τελικά αποδεικνύεται τόσο ακραίος».
Η συγγένεια με συγγραφείς όπως ο Κάφκα ή ο Μποντλαίρ είναι εμφανής, όχι όμως ως μίμηση. Ο Δήμος δεν αναπαράγει τις αισθητικές τους αναφορές· δημιουργεί έναν δικό του κόσμο όπου η αλήθεια παραμένει διαρκώς υπό διαπραγμάτευση. Και στο τέλος δεν δίνεται ποτέ μια οριστική απάντηση. Ο αναγνώστης μένει μετέωρος.
«Δεν ήθελα οι ιστορίες να είναι διδακτικές ούτε να έχουν ένα τακτοποιημένο τέλος, έναν ωραίο φιόγκο. Ταυτόχρονα, μου αρέσει πολύ η ιδέα του flash fiction. Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτές τις ιστορίες δεν γνώριζα καν το είδος, αλλά εκ των υστέρων κατάλαβα ότι αυτό ακριβώς με γοήτευε: βλέπεις μόνο ένα μικρό κομμάτι από τη ζωή κάποιων ανθρώπων. Δεν ξέρεις τι προηγήθηκε ούτε τι ακολουθεί. Βλέπεις μόνο τη στιγμή που κάτι αλλάζει, που συμβαίνει το καθοριστικό γεγονός, και μετά η ιστορία σε αφήνει εκεί. Το ίδιο συμβαίνει και με την αρχή. Πολλές ιστορίες ξεκινούν στη μέση της δράσης. Δεν εξηγώ από πού έρχονται οι χαρακτήρες ούτε ποιο είναι όλο το παρελθόν τους».
Ιστορίες χωρίς συντεταγμένες
Αυτή η αποσπασματικότητα δεν αφορά μόνο τη δομή των ιστοριών αλλά και τον κόσμο στον οποίο εκτυλίσσονται. Κάθε θραύσμα από τις «Επτά μέρες στην Κόλαση» συμβαίνει σε έναν μη τόπο και έναν μη χρόνο – σαν ο συγγραφέας να λέει ξεκάθαρα ότι το πώς ή το γιατί βρεθήκαμε εδώ δεν έχει απολύτως καμία σημασία. Σε τραβάει μέσα στην κατάσταση μέσα από μια σύντομη και διεισδυτική περιγραφή. Πριν καλά-καλά καταλάβεις τι συμβαίνει, η υπόθεση έχει τελειώσει. Μένει μόνο η ατμόσφαιρα που δημιουργείται για χάρη κάθε ιστορίας.

Παρά την αοριστία στην τοποθέτηση κάθε συμβάντος, η αίσθηση της Νέας Υόρκης διαπερνά πολλά από αυτά. «Δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η γεωγραφία ή η χρονική στιγμή. Υπάρχει, ας πούμε, μια αίσθηση Νέας Υόρκης, αλλά δεν είναι πραγματικά η Νέα Υόρκη. Είναι περισσότερο η ιδέα της Νέας Υόρκης… Θυμάμαι μια κριτική που είχε γίνει στον Κάφκα για το μυθιστόρημα Αμερική. Κάποιοι έλεγαν ότι δεν είναι τόσο πειστικό όσο “Η Δίκη” ή “Το Κάστρο”. Το αστείο είναι ότι ο Κάφκα δεν είχε πάει ποτέ στην Αμερική. Είχε δημιουργήσει μια εντελώς φανταστική Αμερική, βασισμένη σε όσα είχε διαβάσει σε ταξιδιωτικούς οδηγούς και βιβλία της εποχής. Κι όμως, λειτουργεί λογοτεχνικά. Κάπως έτσι προέκυψαν και οι δικές μου ιστορίες. Άρχισα να τις γράφω πριν καν πάω στην Αμερική και συνέχισα όσο βρισκόμουν εκεί. Δεν περιγράφουν όμως την πραγματική Αμερική. Είναι μια φαντασιακή εκδοχή της. Έχω γράψει και άλλες ιστορίες αργότερα, που διαδραματίζονται πολύ συγκεκριμένα στη Νέα Υόρκη. Εκεί ξέρεις ακριβώς σε ποιον δρόμο βρίσκεσαι, ποια γειτονιά βλέπεις, ποιος είναι ο χώρος. Αυτές οι ιστορίες δεν είναι έτσι».
Η σύντομη φόρμα δεν είναι για τον Δήμο καθόλου περιοριστική. Δεν τον ενδιαφέρει να εξαντλήσει έναν κόσμο ούτε να αναπτύξει εκτεταμένα μυθοπλαστικά σύμπαντα. Τον ενδιαφέρει η δύναμη μιας ιδέας, μιας εικόνας που μπορεί να λειτουργήσει αυτόνομα. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στο «Κάτω από το νερό».
«Με εξέπληξε η ανταπόκριση που είχε το “Κάτω από το νερό”. Αρχικά είχα σκεφτεί αυτή η ιδέα να εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Φανταζόμουν έναν κόσμο ολόκληρο βυθισμένο στη θάλασσα, όπου οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν κάτω από το νερό, πηγαίνουν στις δουλειές τους, επιστρέφουν στα σπίτια τους, σαν να είναι η φυσική κατάσταση του κόσμου. Τελικά δεν το ακολούθησα. Παρ’ όλα αυτά, η αίσθηση ότι πνίγεσαι χωρίς να πεθαίνεις έμεινε στην ιστορία. Ίσως να είναι μια εικόνα για την καθημερινότητα. Για την αίσθηση ότι ασφυκτιάς, αλλά συνεχίζεις να ζεις κανονικά».
Παρατηρώ ότι κάποιες από αυτές τις ιστορίες διαβάζονται σαν σενάρια ταινιών μικρού μήκους και ο Δήμος μού εξηγεί ότι ίσως αυτή η αίσθηση να προέρχεται από την αγάπη του για τον αμερικανικό και τον ευρωπαϊκό avant-garde κινηματογράφο.
«Υπάρχουν ταινίες που στην πραγματικότητα δεν αφηγούνται μια κλασική ιστορία. Είναι περισσότερο ιδέες. Για παράδειγμα, υπάρχει μια ταινία που λέγεται “13 Lakes”. Κυριολεκτικά βλέπεις δεκατρείς λίμνες και αυτό είναι όλο. Δεν υπάρχει πλοκή με τη συμβατική έννοια. Αυτό που με ενδιαφέρει κι εμένα είναι το concept. Συνήθως ξεκινώ να γράφω όταν έχω τέσσερις ή πέντε διαφορετικές ιδέες. Μπορεί να είναι ένα τραγούδι που άκουσα, μια εικόνα, ένα όνειρο, μια σκηνή από μια ταινία. Όλα αυτά συνδυάζονται και γεννούν μια ιστορία. Δεν αναπτύσσω μία μόνο ιδέα σε βάθος. Παίρνω διαφορετικά στοιχεία και τα συνθέτω σε κάτι καινούργιο. Αυτός είναι ο τρόπος που γράφω. Δεν είναι ο μοναδικός τρόπος, αλλά είναι ο δικός μου».
Τα υλικά της κόλασης
Ακόμα και ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής λειτουργεί παραπλανητικά, κρύβοντας αναφορές που ξεπερνούν την πρώτη εντύπωση. «Αρχικά, το βιβλίο επρόκειτο να ονομάζεται Ταξίδι στην Κόλαση, ένας τίτλος εμπνευσμένος από τον ψυχεδελικό δίσκο “Trip Thru Hell” των C.A. Quintet, τον οποίο θυμόμουν από τη δισκοθήκη του πατέρα μου», αποκαλύπτει ο συγγραφέας.
Στην πορεία, όμως, η έννοια της «κόλασης» απέκτησε διαφορετικό περιεχόμενο. «Δεν είναι η χριστιανική κόλαση. Δεν με ενδιέφερε καθόλου αυτή η ανάγνωση, ούτε ο Δάντης και η ιδέα της τιμωρίας», εξηγεί. Αντίθετα, στρέφεται στην αρχαία έννοια της καθόδου στον Άδη και στη θεωρία του Joseph Campbell για το ταξίδι του ήρωα.
«Αν δεις τους μεγάλους μύθους, σχεδόν όλοι οι ήρωες περνούν κάποια στιγμή από τον κάτω κόσμο. Ο Οδυσσέας, ο Αινείας… Είναι ένα απαραίτητο στάδιο του ταξιδιού τους. Η κάθοδος προηγείται πάντα της επιστροφής. Ο ήρωας επιστρέφει στο σπίτι του, αλλά δεν είναι πια ο ίδιος. Έχει καταλάβει κάτι που πριν αγνοούσε».

Για τον Δήμο, αυτή είναι και η ουσία της συλλογής. «Με αυτή την έννοια μιλάω για την κόλαση. Είναι μια διαδικασία συνειδητοποίησης. Πρέπει να κατέβεις στα σκοτεινά σημεία για να μπορέσεις να επιστρέψεις διαφορετικός». Πρόκειται για μια κόλαση που δεν λειτουργεί ως τιμωρία, αλλά ως αναγκαία κατάβαση προς την αυτογνωσία, μια ιδέα που, όπως λέει, τον γοητεύει «από τον Ρεμπό μέχρι τη μυθολογία».
Παρότι οι ιστορίες κινούνται συχνά στα όρια του τρόμου, ο συγγραφέας επιμένει ότι μέσα τους υπάρχουν και στιγμές γαλήνης. «Υπάρχουν περίοδοι που όλα μου φαίνονται μάταια και, ξαφνικά, έρχονται κάποιες στιγμές όπου νιώθω μια απίστευτη χαρά. Σαν μια μικρή αναλαμπή. Ίσως όταν φτάνεις πολύ χαμηλά ψυχολογικά να μπορείς να βιώσεις ακόμη πιο έντονα αυτές τις στιγμές ευφορίας».
Το ίδιο συμβαίνει και με τη βία που διατρέχει ορισμένα διηγήματα. Δεν προτείνεται ως πράξη, αλλά ως δυνατότητα να δοκιμάσει κανείς τα όρια της φαντασίας. «Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η ελευθερία που προσφέρει η λογοτεχνία να σκεφτείς μέχρι το τέλος ακόμη και την πιο ακραία επιθυμία, χωρίς να χρειάζεται να την πραγματοποιήσεις». Έτσι, και οι «Επτά μέρες στην Κόλαση» δεν ζητούν από τον αναγνώστη να βρει τη σωστή ερμηνεία. Τον καλούν να τολμήσει τη δική του προσωπική κάθοδο και να αποφασίσει μόνος του τι θα κρατήσει από αυτήν.
Ο Γιώργος Δήμος γεννήθηκε το 1993 στην Αθήνα. Σπούδασε Δημιουργική Γραφή και Φιλοσοφία στο Pratt Institute, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, όπου και έζησε για οκτώ χρόνια. Από το 2023 εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Athens Voice. Γράφει επίσης συστηματικά άρθρα και κριτικές στα περιοδικά MAXMAG, Artviews, Literature, Πολάρ, Οδός Πανός, Περί Ου και Χάρτης, σχετικά με τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τη φωτογραφία και τα εικαστικά. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Μονόκλ. Είναι μέλος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων για την Ανεξαρτησία και τη Διαφάνεια των ΜΜΕ. Οι «Επτά μέρες στην κόλαση» (Εκδόσεις Ιωλκός) είναι το πρώτο του βιβλίο.