Η «Aυτοβιογραφία ενός πτώματος» είναι κάτι καινούργιο από το παρελθόν
Διαβάσαμε την πρόσφατη έκδοση της συλλογής διηγημάτων ενός παραγκωνισμένου συγγραφέα.
[…] ο γερο-νεκροθάφτης μπορεί να είναι χρήσιμος στον κύκλο των «φανταστικών» διηγημάτων που έχω αρχίσει να γράφω. […] «Κι εκεί πέρα;» γλιστράω με το βλέμμα πιο πέρα στον τοίχο. «Για τους γραφιάδες, «Συγγραφικό αδιέξοδο» το λένε»
Το σύμπαν που δημιουργεί ο Σιγκισμούντ Κρζιζανόφσκι στα διηγήματα της συλλογής «Αυτοβιογραφία ενός πτώματος» (εκδόσεις Αντίποδες) είναι ταυτόχρονα πραγματικό και φανταστικό, μοιάζοντας με μια περιήγηση σε κτίρια εννοιών και δρόμους συνειρμών. Οι λέξεις γίνονται με την πένα του μακρόστενα μπαλόνια στα χέρια ενός ταχυδακτυλουργού, και οι εικόνες που συνθέτει πίνακες προς ερμηνεία.
Με ήρωες ωστόσο που καθρεφτίζονται παραμορφωτικά στο περιβάλλον τους, η φαντασία αυτή λειτουργεί εναντίον τους. Σε αυτόν τον παγωμένο καθρέφτη είναι που γράφονται πάνω οι ιστορίες τους, χρησιμοποιώντας σαν χνώτο-απόδειξη ζωής τη ματαίωση από τις λέξεις-έννοιες-κόσμους που χάνονται στο περιθώριο της, πίσω από μια χιονοθύελλα. Από αυτό το ιδιότυπο kammerspiel, εμφανίζονται μικρές έξοδοι διαφυγής, μονάχα για να μπορέσουν οι πρωταγωνιστές να τις προσπεράσουν.
Άλλωστε, όπως μας λέει ο Κρζιζανόφσκι μέσα από το στόμα ενός από αυτούς, «μπορώ να γράφω μόνο για τα διαγραμμένα και για χάρη εκείνων που διαγράφονται». Στην εποχή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, εκείνος προχωρά στη συ(γγ)ρραφή «σακακιών για τους δηλωσίες»* της ζωής. Για αυτό, ίσως είναι μια πράξη δικαιοσύνης το να αποδίδει βλέμμα σε όσους χάθηκαν στο περιθώριο του αστικού λαβύρινθου, ή φωνή σε πτώματα. Επειδή υπάρχουν «πτώματα» που ζουν και «ζωντανοί» που θάβονται. Ο ίδιος βέβαια έχει κάθε λόγο να βρίσκεται στην κατηγορία των «ζωντανών» που ξεθάβονται.
*Αναφορά στο ποίημα της Κατερίνας Γώγου “Ο Γιάννης μου’πε”.