«Αθόρυβη» μα συγκλονιστική: Η ταινία του Netflix που πέρασε στα ψιλά και της αξίζει Όσκαρ

«Αθόρυβη» μα συγκλονιστική: Η ταινία του Netflix που πέρασε στα ψιλά και της αξίζει Όσκαρ

Για όσους από εσάς έχετε δει ταινίες του Βιμ Βέντερς, ανασύρετε από τη μνήμη σας όλα τα συναισθήματα που σας έχει γεννήσει η αφηγηματική μαγεία του Βέντερς και τότε θα έχετε μια ιδέα για το τι θα σας κάνει στην ψυχή το Train Dreams του νέου σκηνοθέτη Κλιντ Μπέντλι που ανέβηκε στο Netflix πριν από περίπουυ 1 μήνα. Τι; Δε σας λέει τίποτε απολύτως; Πώς να σας πει που βρέθηκε για 1-2 μέρες στο top-10 του Netflix και μετά εξαφανίστηκε κι από την αρχική της πλατφόρμας, πάντοτε ως προς τους Έλληνες συνδρομητές; Αδικία πέρα ως πέρα.

Είναι από τις περιπτώσεις που μια βαθμολογία λέει όλη την αλήθεια. 95% στο Rotten Tomatoes. Ούτε μια ποσοστιαία μονάδα δε θα αφαιρούσα από την ταινία. Οι πιο σκληροί κριτικοί σε ΗΠΑ και Βρετανία της έχουν βάλει 4 αστέρια. Εγώ δε θα ντραπώ και της βάζω 5 αστέρια, 10/10, 100%. Άρα είπα ψέματα στην αρχή της παραγράφου. Μια χαρά της άλλαζα μονάδα, αλλά μόνο προς τα πάνω. Μόνο θα πρόσθετα. Άρα, αλλήθεια είπα, αφού μίλησα μόνο για αφαίρεση. Καλά πάω στα μυαλά μου γενικά.

Ε, είναι να βγάζω νόημα όταν έχω χάσει τον συναισθηματικό μου μπούσουλα και προσπαθώ να ανατάξω το μέσα μου για να βρω ξανά μια ισορροπία;

Τι πραγματεύεται η ταινία του Netflix

Στο Train Dreams πρωταγωνιστεί ο Τζόελ Έτζερτον και υποδύεται τον Ρόμπερτ Γκρέινιερ, έναν άντρα κάπου στο Αϊντάχο, που εργάζεται με συμβόλαια μερικών μηνών σε μια σιδηροδρομική κατασκευαστική και φτιάχνει με άλλους εργάτες το δίκτυο σιδηροδρόμων στις ΗΠΑ. Ο Ρόμπερτ έχει μεγαλώσει ορφανός, αλλά τα έχει καταφέρει στη ζωή. Συναντά και την Γκλάντις, ερωτεύονται, χτίζουν μόνοι τους μια καλύβα απομακρυσμένη από την πόλη και ονειρεύονται εκεί τη ζωή τους, με τις κοτούλες τους, με το ποτάμι δίπλα τους, με την άπλα και την ηρεμία τους. Κάπου στην 3η-4η δεκαετία του 20ου αιώνα αυτό.

Ο Ρόμπερτ φεύγει, όπως είπαμε, για μεγάλα διαστήματα και ποτέ δεν ξέρει η Γκλάντις πότε θα τον ξαναδεί. Αν θα τον ξαναδεί, διότι πολλά τα μοιραία ατυχήματα, ενώ κατά καιρούς γίνονται και μικρά ρατσιστικά πογκρόμ, με τους εργάτες από άλλες χώρες και φυλές να δολοφονούνται. Ένας τέτοιος, ένας Γιαπωνέζος, ρίχνεται από Αμερικάνους από ύψος και πεθαίνει. Δούλευε μαζί του ο Ρόμπερτ και η μορφή του αρχίζει να τον στοιχειώνει, γιατί ενώ προσπάθησε να τον σώσε, δεν το έκανε με πυγμή.

Αυτό το στοιχείο είναι που κλειδώνει ψυχικά τον Ρόμπερτ, ο οποίος κάθε φορά που γυρίζει σπίτι, μοιάζει αδύναμος να είναι παρών, με τη Γκλάντις και την κόρη τους. Μια άλλη απώλεια, από εργατικό ατύχημα αυτή τη φορά, του προκαλεί μια ακόμα τρύπα στην ψυχή του. Δε θα συγκριθεί όμως με τίποτα με αυτό που θα συμβεί στο σπίτι του όταν θα γυρίσει από ένα διάστημα απουσίας και η γυναίκα με την κόρη του θα εξαφανιστούν. Πέθαναν; Ζουν και έτρεξαν να σωθούν σε διπλανή πόλη; Ο ίδιος επιλέγει να περάσει μήνες κοιμώμενος στο έδαφος, χωρίς σκεπή, με την άγρια φύγη να παρελαύνει δίπλα του.

Μένει για χρόνια στο σημείο, ξαναχτίζει το σπίτι, έχει παρέα σκυλάκια που πάντα ήθελε η γυναίκα του να πάρουν, και όσο περνά ο καιρός, βλέπει πως η εποχή τον αφήνει πίσω. Δεν έχει πια τις ίδιες αντοχές στις ράγες, στο κουβάλημα και σκέφτεται σιγά σιγά να αλλάξει ρότα και ίσως να αποσυρθεί. Ο κόσμος εξελίσσεται διαρκώς, η τεχνολογία αλλάζει τη ζωή, ο Ρόμπερτ όμως μένει σε μια πιο απλή εποχή που είχε όμως τη δυσκολία της επιβίωσης. Στα τέλη των 60s πεθαίνει, μόνος του, χωρίς να βρήκε ποτέ τη γυναίκα και την κόρη του.

Όσοι έχετε περάσει μεγάλες περιόδους μοναξιάς ή δυσκολεύεστε να συνδεθείτε με ανθρώπους, θα μπείτε θέλετε δε θέλετε στη θέση του Ρόμπερτ, η ερμηνεία του Έτζερτον δεν αφήνει επιλογή, και θα νιώσετε αυτό το μεγάλο σφίξιμο στην καρδιά. Με τη σκηνοθεσία του Μπέντλι να φέρνει στο προσκήνιο όλο το συναισθηματικό εύρος του θεατή (φοβερά πλάνα και εναλλαγές, ειδικά στις στιγμές κορύφωσης), οι ερμηνείες και η ίδια η ιστορία, έρχονται να μας καθηλώσουν στη σκέψη εκείνης της εποχής που, εμείς οι σύγχρονοι, τη φανταζόμαστε ως πιο δύσκολη, ως πιο μοναχική και ενδεχομένως να λυπόμαστε όσους την έζησαν. Μήπως όμως πρέπει να λυπούνται αυτοί εμάς; Ή οι μελλοντικές γενιές δε θα μας λυπούνται σίγουρα;

Ένα μεγάλο μάθημα ζωής είναι η ταινία του Netflix και η υποψηφιότητα του Έτζερτον για Χρυσή Σφαίρα συν για το ομώνυμο τραγούδι, είναι το ελάχιστο που της αξίζει. Κι ελπίζουμε να τη δούμε και στα Όσκαρ, υποψήφια και στο Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Στo Netflix πάντως, δικαιοσύνη να βρει, δεν περιμένουμε. Θα «θαφτεί» και μόνο από αναζήτηση θα την βρίσκετε.