«Τρωάδες»: Εν αρχή ην η συμπερίληψη
Η Ελένη Ευθυμίου έστησε μια δυναμική παράσταση, πολιτική και συμπεριληπτική, με σπουδαίες ερμηνείες από την Λυδία Φωτοπούλου και τον Αργύρη Ξάφη και έναν συγκλονιστικό χορό που έφερε τον λόγο του Ευρυπίδη στο σήμερα.
Περιεχόμενα
Οι «Τρωάδες» παρουσιάστηκαν το 415π.Χ. λίγο μετά την καταστροφή της Μήλου από τους Αθηναίους και λίγο πριν από τη σικελική εκστρατεία που θα τους οδηγήσει σε μια ολέθρια ήττα. Το έργο αυτό του Ευρυπίδη που έχει χαρακτηριστεί το πιο αντιπολεμικό κείμενο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας λειτουργεί με έναν τρόπο «προφητικά» όχι όμως, με την έννοια της μεταφυσικής μαντείας αλλά με την επισήμανση ότι ο δρόμος του επεκτατισμού, της αλαζονείας και της επηρμένης πεποίθησης ότι ο νόμος του ισχυρού είναι και ο νόμος του δικαίου οδηγεί στο μονοπάτι της ήττας είτε στο πεδίο των μαχών είτε στο πεδίο της ηθικής. Οι «Τρωάδες» θα μπορούσαν να στριμωχτούν «θεματικά» ανάμεσα στην «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», κάπου ανάμεσα στις επικές αφηγήσεις που δαφνοστολίζουν με κοσμητικά επίθετα πολεμιστές και νικητές, στρατηγούς και στρατηλάτες. Γιατί εδώ δεν υπάρχουν ήρωες. Δεν εξυμνώνται η ανδρεία και το θάρρος των πολεμιστών. Δεν δοξάζονται οι νικητές. Ο Ευρυπίδης δίνει φωνή όχι στους ηττημένους πολεμιστές, αυτοί είναι θαμμένοι στα χώματα της Τροίας, αλλά (και εκ μέρους τους) στις γυναίκες τους. Αυτές μένουν πίσω, μαζί και τα παιδιά τους, οι ηλικιωμένοι γονείς, οι ανάπηροι, άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο ευάλωτοι. Όλοι πάντως, άμαχος πληθυσμός, ζωντανοί-νεκροί, θύματα ενός πολέμου που ξεκλήρισε μια γενιά, ένα ολόκληρο κράτος της Ανατολής. Αυτή είναι μια ιστορία που δεν μας τη διηγούνται οι νικητές. Την γράφουν οι ηττημένοι με το αίμα των δικών τους νεκρών. «Όλοι είμαστε κουκίδες σ’ έναν κόσμο που καταρρέει», λέει η Εκάβη την ώρα που οι γυναίκες της Τροίας περιμένουν να μάθουν σε ποιον Έλληνα θα παραδοθούν ως λάφυρα πολέμου. Κι όμως, είναι ακριβώς πάνω στο πεδίο της συντριβής, της απώλειας πατρίδας και οικογένειας, που χτίζεται το θάρρος και η δύναμη. Δεν έχουν τίποτε άλλο να χάσουν. «Το πένθος είναι ο φρικτός τόπος όπου δεν φοβάμαι πια», γράφει ο Ρολάν Μπαρτ. «Δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι έτοιμη να ζήσω αυτή τη φρίκη μέχρι τέλους», λέει η Εκάβη. Μέσα στην απόλυτη καταστροφή είναι που οι γυναίκες της Τροίας θα δείξουν ότι είναι ακόμα ελεύθερες, ότι έχουν το προνόμιο της μνήμης και ότι μπορούν να επιλέξουν έστω το θάνατο τους, κι αυτό τους δίνει πίσω κάτι από το χαμένο μεγαλείο και (για την Εκάβη τουλάχιστον) το κύρος της βασιλικής γενιάς. Ο θρήνος και το πένθος έχουν μεταβολιστεί σε οργή κι αυτή σε θάρρος, δύναμη, αντίσταση.

«Λιγότερο μόνη από ποτέ»
Η Ελένη Ευθυμίου που υπογράφει σκηνοθεσία και διασκευή (στη μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη) έστησε μια παράσταση πολιτική, ανθρωποκεντρική και απολύτως δημοκρατική στο πνεύμα και την ουσία της, τιμώντας πραγματικά την έννοια της συμπερίληψης με τη συμμετοχή στο θίασο ατόμων με αναπηρίες, μελών της ομάδας «Εν Δυνάμει» με την οποία συνεργάζεται χρόνια, κάνοντας έτσι εξαρχής και μια δήλωση πολιτική με την ταυτότητα και μόνο του θιάσου της ενώ η πρεμιέρα στην Επίδαυρο πραγματοποιήθηκε (για πρώτη φορά στο Αρχαίο Θέατρο) σε συνθήκες προβασιμότητας και για άτομα με αισθητηριακές αναπηρίες-και για αυτό αξίζουν τα εύσημα στο Εθνικό Θέατρο. Η συνεργασία με τους ηθοποιούς με αναπηρίες δεν λειτούργησε ως πρόθεση συναισθηματικού εκβιασμού, ή επιβεβλημένης συμπερίληψης. Κάθε άλλο. Ήταν καθοριστική στην εξέλιξη της δραματουργίας και κυρίως ανέδειξε τη γυναίκα και τα παιδιά ως θύματα πολέμου μέσα και από την έννοια του σώματος που γίνεται λάφυρο, πεδίο επίδειξης ισχύος από τη μεριά του νικητή ή πεδίο ελευθερίας από την πλευρά του ηττημένου που αποφασίζει να ορίσει τη μοίρα του με την επιλογή του εκούσιου θανάτου. Ένα από τα μεγάλα κατορθώματα της σκηνοθεσίας είναι ότι μετά από ένα σημείο ξεχνάς ότι βλέπεις στη σκηνή άτομα με αναπηρίες ή μάλλον δεν στέκεσαι στην όψη της ιδιαιτερότητας. Δεν βλέπεις μια κοινωνική κατηγορία αλλά τραγικούς ήρωες ενός πολέμου, τα «λοξά παιδιά του (Απόλλωνα) Λοξία», μέλη ενός χορού που είναι από τους πιο ενδιαφέροντες και δυναμικούς που έχουμε δει τελευταία. Βλέπεις ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους, ο καθένας με τη δική του φωνή και την δική του κραυγή, να γίνονται ένα απέναντι στο φόβο, και τελικά απέναντι στον θάνατο. Αναπνέουν όλοι μαζί και κάθε ανάσα έχει την ίδια ισότιμη δύναμη. «Τώρα που αντέχουμε όλες μαζί, νοιώθω λιγότερο μόνη από ποτέ», θα πει η Ειρήνη Κουρούβανη, ως μέλος του χορού, σε μια από τις πιο δυνατές στιγμές του έργου. Η μεικτή ομάδα από ηθοποιούς με ή χωρίς αναπηρίες (Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου) συγκρότησε ένα ενιαίο, και απολύτως δημοκρατικό μέσα στην αρμονία της διαφορετικότητας, σώμα χορού που είχε σθένος και σαρωτική δύναμη-ο Τάσος Παπαδόπουλος επιμελήθηκε την κίνηση και δικαιώθηκε με το εξαιρετικό αποτέλεσμα. Συγκλονιστική ήταν η σκηνή όπου η Λωξάνδρα Λούκας ως Κήρυκας μεταφέρει στην Εκάβη την είδηση του θανάτου της Πολυξένης και η βασίλισσα της Τροίας δεν την καταλαβαίνει έτσι όπως μιλάει, ίσως δε θέλει και να ακούσει το νέο. H ιδιαίτερη εκφορά λόγου δίνει μια ασυγκράτηση δυναμική στην δραματουργία, υπερβαίνοντας και το ίδιο το κείμενο. Αυτή η στιγμή είχε την αλήθεια της έντασης που καμιά φορά δύσκολα μιμείται το θέατρο.

Από παιδικό παιχνίδι, εφιαλτική πραγματικότητα
Η Ελένη Ευθυμίου έφερε με αρκετές διασκευές σε σημεία το έργο στα «μέτρα» του σήμερα-η σύγχρονη εμφάνιση των Ελλήνων στρατιωτών που φοράνε μαύρα ρούχα και άρβυλα παραπέμπει σε κάθε σύγχρονο πόλεμο, όπως και οι σειρήνες ή η εντολή που ακούγεται από τα ηχεία κάθε τόσο να κατευθυνθούν προς τα πλοία οι κρατούμενες με το τάδε νούμερο-οι αιχμάλωτες γυναίκες για τον στρατό δεν έχουν όνομα αλλά αριθμό. Διαλογή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Hot spots. Πρόσφυγες και μετανάστες. Ξεριζωμένοι. Εγκλήματα πολέμου. Γενοκτονίες. Συνειρμοί στους οποίους το μυαλό καταφεύγει αυτοματοποιημένα, χωρίς πολλή σκέψη. Οι μεγαλύτερες επεμβάσεις στο κείμενο του Ευρυπίδη ήταν ότι η Ανδρομάχη πέφτει μαζί με τον γιο της, Αστυάνακτα, από τα τείχη της Τροίας, και το φινάλε όπου οι Τρωάδες για να γλιτώσουν τον εξευτελισμό στα χέρια του εχθρού πεθαίνουν περήφανες ενώ τις τυλίγουν οι φλόγες. Μια παρέμβαση που χαρίζει ένα μεγαλοπρεπές τέλος αλλά παρεκκλίνει πολύ από την καρδιά του ευρυπίδειου κειμένου. Αντίθετα, η έναρξη όπου ο πρόλογος μεταξύ των θεών αντικαθίσταται από την εικόνα των παιδιών να παίζουν χαρούμενα με τα σπαθιά τους υποδυόμενα τους προστάτες θεούς των Ελλήνων και των Τρώων και με ένα -τι ειρωνία!-ξύλινο αλογάκι να αλλάζει χέρια αλλά οι παιδικές φωνούλες να σταματούν όταν εμφανίζονται αγριεμένοι οι στρατιώτες λειτούργησε ως μια ωραία εισαγωγή-υπόμνηση ότι ο πόλεμος μπορεί να είναι ένα αθώο παιχνίδι όπως οι κλέφτες κι αστυνόμοι αλλά πολύ εύκολα μετατρέπεται σε εφιαλτική πραγματικότητα. Το αποδεικνύει η ανθρωπότητα εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Ερμηνείες που απογείωσαν τον λόγο του Ευρυπίδη
Η Ελένη Ευθυμίου έκανε ένα εξαιρετικό κάστινγκ που απογείωσε τη σκηνοθεσία και τον λόγο του Ευρυπίδη. Είναι άλλωστε ένα έργο γεμάτο μονολόγους που είναι πάντα μια πρόκληση για τον ηθοποιό αλλά και για τον σκηνοθέτη είναι πρόκληση οι δραματουργικές «γέφυρες». Η Λυδία Φωτοπούλου ως Εκάβη ήταν συγκλονιστική. Στο σώμα, στη φωνή και την κραυγή της, στην ψυχραιμία και την σοφή στωικότητα κουβάλησε με απόλυτο έλεγχο της έντασης και της δραματικότητας την χαμένη πατρίδα, τους νεκρούς, όλες τις συμφορές του βασιλικού οίκου της Τροίας, τις συμφορές που ήρθαν όχι από οργή θεού, αλλά από ανθρώπου χέρι. Επωμίστηκε τον θρήνο, έκλαψε τους νεκρούς και τα παιδιά της, ένα- ένα. Κράτησε ψηλά το ηθικό και ύψωσε το ανάστημα. Και όπου της επέτρεψε ο ηγεμονικός της ρόλος, μπροστά στο θάνατο του μικρού παιδιού και εγγονού της, λύγισε. Είναι συγκλονιστική στην τελευταία σκηνή που θρηνεί πάνω από το άψυχο κορμάκι του Αστυάνακτα όταν καλεί τις Τρωάδες «γυναίκες που όλα τα αντέχετε χορέψτε για τον «γάμο» του παιδιού μου με τη γη». Το μόνο που της έχει απομείνει είναι το χώμα των προγόνων της για να στολίσει τον νεκρό εγγονό της. Ο Αργύρης Ξάφης ως Ταλθύβιος έλαμψε μέσα στην μεταστροφή του χαρακτήρα του που την έκανε να φαίνεται τόσο φυσική, σχεδόν οργανική. Εμφανίστηκε με το αλαζονικό ύφος του νικητή αλλά και με μία τάση να εκλογικεύει και να εξηγεί το κακό αλλά σταδιακά, μπρος στην τόση φρίκη, αφήνει να του «ξεφεύγουν» ψήγματα ανθρωπιάς. Είναι μεγάλο το κακό για να παραμείνει αλαζών. Ανάσα βαθιά η μεταστροφή του αφού αυτός φέρνει τα κακά μαντάτα, την δολοφονία της Πολυξένης πάνω από τον τάφο του Αχιλλέα και την πρόθεση των Ελλήνων να θανατωθεί ο Αστυάνακτας- «Δεν σκοτώνουμε ένα παιδί. Σκοτώνουμε έναν πόλεμο πριν γεννηθεί», εξηγεί για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Από στεγνός κατακτητής αποστειρωμένος από συναίσθημα μεταμορφώνεται σε στρατιώτη που δεν υποχωρεί αλλά αφήνει να ακουστούν στη φωνή του οι ρωγμές εντός του. Μια άσκηση ισορροπίας υψηλής ερμηνευτικής δεινότητας που χτίζεται στις λεπτές αποχρώσεις μιας εσωτερικής σύγκρουσης ανάμεσα στην ηθική του καθήκοντας και την ηθική του να παραμένεις άνθρωπος. Η εικόνα όπου ο Ταλθύβιος κουβαλά στα χέρια το νεκρό σώμα του Αστυάνακτα μας φέρνει στο μυαλό τις σύγχρονες τραγωδίες, τους πολέμους, τις γενοκτονίες.
Η Νάνσυ Σιδέρη είναι εκπληκτική ως Κασσάνδρα που μετεωρίζεται ανάμεσα στην ένθεη μανία και την διαύγεια, την παραφροσύνη αλλά και την οξύνοια. Η Εύη Σαουλίδου είναι πειστική ως Ανδρομάχη που χάνει τα λογικά της και οδηγεί η ίδια στο θάνατο το παιδί της προτού το κάνουν οι άλλοι, το ίδιο και η Βασιλική Τρουφάκου η οποία παρουσίασε μια θυμωμένη και δυνατή Ελένη που προσπαθεί να ορθώσει τον λόγο της μέσα στον εξευτελισμό, θέτοντας παράλληλα τα ερωτήματα της ευθύνης και της επιλογής. Αυτή που κάποτε ήταν το απόρθητο σύμβολο της απόλυτης ομορφιάς, γίνεται ένα λάφυρο πολέμου, ένα κλωτσοσκούφι για τους Έλληνες στρατιώτες. Ο Μενέλαος του Γιώργου Χριστοδούλου είχε την σκληρότητα του προδομένου και διασυρμένου συζύγου.

Το σκούρο, σταχτί, σκηνικό της Ευαγγελίας Κιρκινέ έμοιαζε βγαλμένο από τα έγκατα του Κάτω Κόσμου. Παρέπεμπε σε καμμένη γη. Σε έρημη χώρα. Ακόμα και σε μήτρα, που θα πάρει πίσω στα σπλάχνα της τις ζωές που γέννησε και τώρα τις επιστρέφονται με βία. Ακόμα και σε τραύμα πάνω στην ίδια τη γη, με τα χώματα της αιματοβαμμένα από όλα τα κορμιά που έπεσαν στη μάχη. Το απόκοσμο σκηνικό έγινε ιδανικό τοπίο της δραματουργίας που ενισχύθηκε και από τη ζωντανή μουσική του Λευτέρη Βενιάδη, ένα ηχητικό τοπίο που έδινε ανάσα στην ανάσα των ηθοποιών και θρηνούσε μαζί τους, και από τους φωτισμούς της Ζωής Μολυβδά Φαμέλη και τα ταιριαστά και σε γήινα χρώματα κοστούμια του Άγγελου Μέντη.
Οι «Τρωάδες» της Ελένης Ευθυμίου είναι μια οδυνηρή υπενθύμιση της επικαιρότητας του έργου του Ευρυπίδη. Αν έπρεπε να απομονώσουμε μια εικόνα που να συμπυκνώνει την διαχρονικότητα αυτή θα ήταν το νεκρό σώμα ενός παιδιού, ένα άψυχο κουβάρι χωρίς βαρύτητα, χωρίς ψυχή, και μια γυναίκα να θρηνεί από πάνω του. 2.500 χρόνια μετά αυτές τις εικόνες φρίκης βλέπουμε καθημερινά στις τηλεοράσεις και τα κινητά μας.
Χαΐλάιτ: Ο θρήνος της Έκαβης πάνω από το νεκρό σώμα του Αστυάνακτα.
Το αναπάντεχο: Από τις κορυφαίες συναισθηματικά σκηνές αυτή όπου η Λωξάνδρα Λούκας ως Κήρυκας μεταφέρει στην Εκάβη το μαντάτο της δολοφονίας της Πολυξένης πάνω στον τάφο του Αχιλλέα.
Μας έκανε…ΚΛΙΚ: Η μεικτή ομάδα από ηθοποιούς με ή χωρίς αναπηρίες συγκρότησε ένα ενιαίο, και απολύτως δημοκρατικό μέσα στην αρμονία της διαφορετικότητας, σώμα χορού που είχε σθένος και σαρωτική δύναμη.
Κάνουμε…ταμείο: Πολιτική, συμπεριληπτική και βαθιά ανθρωποκεντρική η ματιά της Ελένης Ευθυμίου στις αντιπολεμικές «Τρωάδες» του Ευρυπίδη
Cinema trivia: Ο Μιχάλης Κακογιάννης μετέφερε τις «Τρωάδες» στον κινηματογράφο το 1971 με την Κάθριν Χέπμπορν ως Εκάβη, την Βανέσα Ρεντγκρέιβ Ανδρομάχη, την Ζενεβιέβ Μπιζόλντ Ανδρομάχη και την Ειρήνη Παπά ως Ελένη.
info: 5 & 6 Σεπτεμβρίου στο Σχολείο της Αθήνας «Ειρήνη Παπά», 22 & 23 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη. Η παράσταση που θα πραγματοποιηθεί στις 23 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων θα γίνει σε συνθήκες προσβασιμότητας σε άτομα με αισθητηριακές αναπηρίες.