«Στρακαστρούκες» από και με τον Δημήτρη Σαμόλη: Ένα θεατρικό διαμάντι
© Ελίνα Γιουνανλή

«Στρακαστρούκες» από και με τον Δημήτρη Σαμόλη: Ένα θεατρικό διαμάντι

Εντυπώσεις από μια παράσταση που από στόμα σε στόμα έχει γίνει φημισμένη, όλο κοσμοσυρροή, και δικαίως.

Η θεατρική πράξη ξεκινά απ’ τη στιγμή που μπαίνεις, που κάθεσαι στη θέση σου, που σβήνουν τα φώτα και ακούγονται οι ανάσες προσδοκίας, κάτι μικρά βηχαλάκια, κάποιο πονηρό γελάκι και που οι σκιές των ηθοποιών παίρνουν θέση στο σκοτάδι για να είναι, με το άναμμα των προβολέων, σώματα, σάρκινοι χαρακτήρες, ζωές, αλήθειες. Το θέατρο έχει κάνει δουλειά, άμα ξεχνάς να ανασάνεις και το συναίσθημά σου λικνίζεται σαν χορός των φιδιών, που υπακούουν στις υπνωτιστικές μελωδίες του φακίρη – ηθοποιού.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις





Πρόσθεσε το Exodos στη Google

Μεταφυσικά, δημιουργικά ισόθεα, σε μια ερωτική ενότητα αγνώστων, αλλόκοτα ιερά. Οι κριτικοί θα δουν λεπτομέρειες, θα ζυγίσουν ποσοστά στη δομή του έργου και στις ισορροπίες των συναισθημάτων των ηθοποιών. Καλά κάνουν! Μα όσο αυτό συμβαίνει, κοινό και υποκριτές έχουμε αφεθεί σε μια ισορροπία πάνω σε τεντωμένο σχοινί, που ή θα μας κάνει να ξεχαστούμε και να χορέψουμε μαζί ταγκό, μεθυστικό και παράφορο, ή θα μας γκρεμίσει στο κενό, να σωθούμε απ’ το αραιοπλεγμένο δίχτυ ασφαλείας. Αν υπάρχει…

Το θέατρο στις γειτονιές και οι μεγάλες αλήθειές του

Εδώ, τώρα, είναι και απόκοσμο το σκηνικό και μας βοηθά σε σκέψεις. Το Θέατρο Βράχων του Βύρωνα και το όνειρο της Μελίνας Μερκούρη: κάθε ερημιά, παρατημένη και περιφρονημένη, να γίνει τέχνη στις γειτονιές. Μια μέρα μετά το μεγάλο Φεγγάρι της Φράουλας, έχει καρφωθεί η σελήνη, ασημί πάνω από τα βράχια, σαν μέρος του σκηνικού, μα σαν να παίζει Λόρκα! Να ‘ναι, λέει ξανά, το φεγγάρι να κατέβει στη σκηνή και να μιλάει και να λέει πως είναι παγωμένο και ψάχνει για ζεστασιά. Και πως θέλει αίμα εκείνων που αγαπούν για να ζεσταθεί! Άσχετο, όλο και γύρω πιο πραγματικό το σκηνικό. Η αλήθεια στις σκαλωσιές που καθόμαστε, στην πνιγηρή ζέστη του Ιούλη, που είχε εισβάλει δαγκώνοντας χαυνωτικά, με τις θερμοκρασίες του, τις αισθήσεις. Βεντάλιες άνοιγαν, πολύχρωμες. Νέοι άνθρωποι στο κοινό, όχι απ’ αυτούς που συνηθίζονται στις παραστάσεις.

© Ελίνα Γιουνανλή

Όλα έχουν γεμίσει κόσμο, που κοιτά σοβαρά. Δυο νεαρά, ωραία, χρωματιστά αγόρια συναντιούνται στο διάδρομο. Χαιρετιούνται και λένε πως έχουν ξαναδεί το έργο, χειμερινά, και θέλουν να σταθούν στο κείμενο. Ένα ζευγάρι, πολύ ψηλά παιδιά, κάθεται μπροστά μου και μου κόβει τη σκηνή. Αυτή τον φιλά στον λαιμό ασταμάτητα και εγώ ψάχνω να βολευτώ και να μπορώ να βλέπω ανάμεσα από γλώσσες, λιγώματα και βαριαναστεναγμούς. Κάπου μπροστά η Ελεονώρα Ζουγανέλη κάνει τους άλλους θεατές να γυρνούν το κεφάλι, ψάχνοντας το βλέμμα της. Τα φώτα σβήνουν. Απόηχος καλοκαιριού. Ανάσες, θρόισμα από βεντάλιες, λίγα τζιτζίκια ακόμα και τριζόνια. Ο Δημήτρης Σαμόλης, ηθοποιός και τραγουδιστής, ετοιμάζεται, για αυτό το έργο που ο ίδιος έγραψε, να συνεχίσει την παράσταση που από στόμα σε στόμα έγινε φήμη, συζητήθηκε, ακούμπησε αλήθειες, ανοιχτούς λογαριασμούς, συλλογικά τραύματα, τον βασανισμό του όποιου δυνατού στον διαφορετικό, ομαδικά σκοτάδια και κοινωνικές φοβίες, ανθρώπινους σπαραγμούς, οικογενειακές κολάσεις και αυλές σχολείων, τεράστιες αδικίες και φρικτά εγκλήματα δωματίου ή των μεγάλων λεωφόρων, πάντα νύχτα και με ένα ξημέρωμα να αργεί…

Ο Σαμόλης, που παίζει, τραγουδά, γράφει και κάνει το συναίσθημά μας ό,τι θέλει

Ένα μεγάλο ξύλινο κουτί. Είναι ο ίδιος το μολυβένιο στρατιωτάκι των παιδικών του χρόνων, το μέρος που φυλάει μουσικές και συνθηματικές γραφές, εκεί που ‘χει τα υλικά για τις Στρακαστρούκες, τα βαρελότα, τα βεγγαλικά του αργότερα, τις μνήμες, τις ελπίδες, την αγάπη, τη βία που δεν θέλει να τον πληγώνει και εκείνες τις γνώσεις, τις ειδικές και μπορεί περιττές, που του περνούν μαγικά το νου, απ’ την απαξία, την περιφρόνηση, τον εκφοβισμό, τον καταναγκασμό να είναι αρσενικός «Κρητίκαρος», τη βαναυσότητα της «λεβεντοσύνης» των διπλανών, του να είναι ίδιος με τους άλλους και εκείνον τον πόθο να ταιριάζει κάπου και να αγαπιέται. Γίνεται μικρός και μετά έφηβος και μετά φοιτητής και ταχυδακτυλουργός εικόνων και ζογκλέρ των σκηνικών εντυπώσεων και υλικών και ισορροπιστής συναισθημάτων σε εκτονωτικά γέλια και συντριπτικού πόνου αλήθειες και αθλητής σε ένα λαχάνιασμα και χορευτής σε νύχτες που δεν ξημερώνουν, μες στα κλαμπ, σε πόθους και αναλαμπές χαράς και υποσχέσεις πάντα ετοιμοθάνατης αλανιάρας ευτυχίας.

© Ελίνα Γιουνανλή

Ένα χνουδάκι σε έναν αφαλό, που να χωράει να κρυφτεί, και μια στιγμή πληρότητας και αγάπη μόνο, ικανή να είναι σαν κουταλιά μελιού, σαν λουκουμάκι – έκρηξη γλύκας, σε ένα στόμα που πρέπει να συνηθίσει την πίκρα, τη βία, τον καπνό που πνίγει, τον στραγγαλισμό από δάχτυλα ξεδιάντροπης, αυτόνομης μαγκιάς, τη λάμα από ένα μαχαίρι που υψώνεται, αστράφτοντας σαν υποψία ασημένιας στρακαστρούκας τη νύχτα, κι αυτό τελειώνει τα πάντα.

«Μ’ ένα μικρό μαχαίρι, π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει, μα κείνο μπαίνει παγωμένο στην ξαφνιασμένη μας καρδιά. Και σταματάει εκεί που τρέμει θολή κι αξήγητη για πάντα η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής».

Έτσι έλεγε ο Λόρκα. Δεν παίζει πουθενά στο έργο του Σαμόλη και όμως… μα να γιατί, να, σαν να μου ‘χει καρφωθεί στο μυαλό, απ’ την αρχή, όπως το μαχαίρι της σκηνής στην καρδιά του ήρωα του έργου, του ήρωα της ζωής μας, του ήρωα που είμαστε όλοι μας, γιατί θελήσαμε, αργά ή γρήγορα, μόνο να αγαπηθούμε!

Η κάθαρση αργεί…

Κλάματα πνιχτά, ενοχικά ίσως, και όχι απελευθερωμένα και λυτρωτικά. Βουρκωμένα μάτια. Φυσήματα ντροπαλά μύτης. Μετά που θα ανοίξουν τα φώτα, θα δείξουν μάτια κόκκινα, βρεγμένα, βουρκωμένα, θλιμμένα, παραπονεμένα, αλμυρές βλεφαρίδες και δάχτυλα νωπά από το σφούγγισμα ειλικρινών, ασυγκράτητων δακρύων. Το ζευγάρι μπροστά μου συνεχίζει να φιλιέται λιγωμένα, λες και έχουν προσγειωθεί ανάμεσά μας από άλλον συναισθηματικό γαλαξία.

Ο Σαμόλης έχει χειροκροτηθεί και έχει υποκλιθεί πολλές – πολλές φορές. Είμαστε όρθιοι και του φωνάζουμε «μπράβο». Μα κάθαρση, «δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», δεν έχει έρθει. Γιατί η αλήθεια θυμίζει τον αδικαίωτο, τρυφερό, σαν ανοιξιάτικο αγριολούλουδο κομμένο βίο του Βαγγέλη Γιακουμάκη και την ύπαρξη φωνών στριγγλών από το καλυμμένο μίσος για το τι «χρειάζονται τα πράιντ» και «όλα τους τα δώσαμε, τι άλλο θέλουν»;

Θα δω από κοντά τον Δημήτρη Σαμόλη, αλλά δεν θα ‘χω ευκαιρία για λέξεις, γιατί σαν να ‘χει να νικήσει, σε εκείνη τη σκηνή, το σκοτάδι και να μας καταπίνει όλους μέσα του. Το ξύλινο κουτί, το μοναδικό του σκηνικού, έχει γίνει αυτό που πάντα ήταν και μάλλον έκλεισε ανθρωπιά γενιών και κοινωνιών για πάντα μέσα.

Προσέχω, όμως, πως έχει πολύ γαλάζια μάτια. Και ο τρόπος που κοιτάνε τον κόσμο αρκεί για φωτεινά μονοπατάκια τέχνης και ανθρωπιάς. Στο πάρκινγκ, το περιβόητο ζευγάρι που με έκανε να πάθω πιάσιμο στον σβέρκο φιλιέται ηδυπαθώς κάτω από έναν στύλο της ΔΕΗ. Παράλληλη δράση, σκέφτομαι, και ψάχνω το φεγγάρι. Έχει κρυφτεί, πια, πίσω απ’ τις πολυκατοικίες…

Σχετικές καταχωρίσεις

Σχετικά άρθρα