«Ειρήνη» Καραθάνου-Δεληβοριά: «Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!..»
@Ελίνα Γιουνανλή

«Ειρήνη» Καραθάνου-Δεληβοριά: «Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!..»

Ευτυχής συγκυρία η συνεργασία των δύο δημιουργών που έστησαν μια παράσταση πληθωρική, πανέξυπνη, πολιτική, αστεία και τρυφερή με φαντασία και έφτιαξαν έναν αριστοφανικό κόσμο με μεράκι και βαθιά γνώση του κειμένου και της ουσίας της «Ειρήνης» που τον απογειώνει ένας εκπληκτικός θίασος

Αν έπρεπε να περιοριστώ σε έναν χαρακτηρισμό για την «Ειρήνη» του Νίκου Καραθάνου και του Φοίβου Δεληβοριά, μια παράσταση που εκκινεί από το κείμενο του Αριστοφάνη για να σηκώσει το δικό της μπαΐράκι κρατώντας όμως, γερά από το χέρι το πνεύμα του πρωτότυπου έργου, αυτός θα ήταν, «μια λαΐκή ζωγραφιά». Μια μακρινή συγγενής κι αυτή των έξι του Μάνου Χατζιδάκι σε μια συγγένεια που ορίζεται από το καταρχήν: την λαΐκή ψυχή. Γιατί η «Ειρήνη» τους είναι μια παράσταση υψηλού πνεύματος αλλά είναι και μια δουλεμένη «λαΐκή ζωγραφιά» εμπνευσμένη από τον πιο λαΐκό των αρχαίων ποιητών, τον Αριστοφάνη και φροντισμένη από δύο λαμπερά μυαλά με οξυδέρκεια, φαντασία, τόλμη και ευαισθησίες που τη φέρνουν τόσο όσο στο σήμερα με σύγχρονες αναφορές αφού πρωταρχικό τους μέλημα είναι να διατηρηθεί ατόφια η διαχρονικότητα, η οικουμενικότητα και η πανανθρώπινη αξία και κληρονομιά ενός από τα πιο διάσημα αντιπολεμικά έργα. «Έχω αξία και χωρίς τον θάνατο» φωνάζει η Ειρήνη στην παράσταση, κι αυτή είναι μια μικρή φράση μιας μεγάλης αλήθειας που δε θα έπρεπε να περνάει στα ψιλά. Ο Αριστοφάνης μας άφησε τις ακριβές του λέξεις αλλά έκτοτε τις παίρνει κάθε τόσο το αεράκι και τις ρίχνει στο χαρτί και την πένα άλλων δημιουργών για να φτιάξουν τις δικές τους ιστορίες.

Η σκηνογράφος Εύα Μανιδάκη έστησε έναν κόσμο με έντονο το στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος που ήταν και ρεαλιστικός (με σακούλες και κάδους σκουπιδιών) αλλά και παραμυθένιος.
@Ελίνα Γιουνανλή

Έβγαλαν τις μούσες ασπροπρόσωπες

Η «Ειρήνη» που παίχτηκε πρώτη φορά το 421 π.Χ στα Μεγάλα Διονύσια γράφτηκε λίγο πριν από την Νίκειο Ειρήνη, σε μια εποχή όπου Αθηναίοι και Σπαρτιάτες είχαν εξαντληθεί από τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Ο Αριστοφάνης επέλεξε να απαντήσει στην τρέλα (του πολέμου) με τρέλα για να μιλήσει για την (εις το διηνεκές) ροπή του ανθρώπου προς τον πόλεμο. Και με το πρωτότυπο κείμενο στα χέρια ως πρώτη ύλη, βρίσκουμε τον Δεληβοριά και τον Καραθάνο σε μεγάλα κέφια. Έβγαλαν τις μούσες ασπροπρόσωπες. Από τη μία ο Νίκος Καραθάνος (πρωτότυπη ιδέα και σκηνοθεσία) ένας καλλιτέχνης που πάνω απ’ όλα στήνει κόσμους, με στοιχεία από παραμύθια, ήρωες ανθρώπινους και αληθινούς που όμως, συχνά μοιάζουν με ξωτικά όχι του άλλου αλλά τούτου του κόσμου, ήρωες που μπαινοβγαίνουν σε συναισθηματικά τοπία και περπατούν με βήματα ελαφρά πάνω στα μετερίζια της χαράς ή της λύπης, που σε κάνουν να γελάς και να κλαις. Και από την άλλη, ο Φοίβος Δεληβοριάς (διασκευή, πρωτότυπο κείμενο, τραγούδια) ό,τι πιο κοντινό έχει η σύγχρονη ελληνική τέχνη σε (με ελεύθερη έννοια) ραψωδό, ένας δημιουργός που έχει κάνει σήμα κατατεθέν του το αφηγηματικό τραγούδι, μακριά από την ευκολία του ρεφρέν, που φτιάχνει κι αυτός μικρούς ή μεγάλους κόσμους και τους χωράει σε ένα τραγούδι, που όταν το σιγοψιθυρίζουμε σκάνε στο μυαλό μας χίλιες και μία εικόνες, ένας καλλιτέχνης που έχει την σπάνια ποιότητα να σκέφτεται επί της ουσίας πολιτικά.

Βάσω Καβαλιεράτου, Έμιλυ Κολιανδρή, Γαλήνη Χατζηπασχάλη @Ελίνα Γιουνανλή

Μόντι Πάιθον, Φελίνι, Αλχημιστές και Καραγκιόζης

Είναι πολλές οι ομοιότητες των δύο δημιουργών, και τελικά, μια ευτυχής συγκυρία η καλλιτεχνική τους συνάντηση στην «Ειρήνη» για χάρη της οποίας Δεληβοριάς και Καραθάνος, αμφότεροι σε μεγάλα κέφια, είναι: Φασαριόζοι και οξυδερκείς σαν τους Μόντι Πάιθον. Ονειρικοί και γκροτέσκοι σαν τα τσίρκα που ενέπνευσαν τον Φελίνι. Μεσαιωνικοί αλχημιστές σύγχρονων εικόνων της αισθητικής των κόμικς και του μπερντέ του καραγκιόζη. Ελεύθεροι σκοπευτές-σολίστες που παρασύρονται σε έναν τζαζ αυτοσχεδιασμό που απαιτεί γνώση της παρτιτούρας, γνώση της ουσίας του Αριστοφάνη. Δημιουργοί μιας καλλιτεχνικής «αναρχίας» που όμως, «ξέρει που πατά και που πηγαίνει» για να παραφράσουμε λίγο απ’ την ανάποδη τον Διονύση Σαββόπουλο σε μια παράσταση που ούτως ή άλλως αγκαλιάζει και τους δικούς του εμβληματικούς «Αχαρνής»-ακούσαμε μια τζάζι εκδοχή της «Παράβασης»- ιδέα που προφανώς ανήκει στον Δεληβοριά ο οποίος και τιμά (και γενικά μιλώντας στο έργο του και τη ζωή του) με γενναιότητα τους σπουδαίους, και το κάνει με τον δικό του, συνήθως συναισθηματικό και πάντοτε ευφυή, τρόπο. Γεμάτη homage είναι η «Ειρήνη» τους, με πιο συγκινητικό αυτό στον θεατράνθρωπο Βασίλη Παπαβασιλείου όταν ακούγεται η φωνή του όπου εύχεται όταν πεθάνει να μπορούσε να βλέπει μια μέρα ακόμα τον κόσμο πώς είναι χωρίς αυτόν, χωρίς την δική του ύπαρξη (Συγκινητικό και μέρες μετά την παράσταση σε ακολουθεί σαν στοχασμός πάνω στον θάνατο, τον άνθρωπο, την μνήμη). Εύρημα, ή μάλλον ας επιστρέψουμε στον προηγούμενο όρο homage σε έναν σπουδαίο δημιουργό, εντασσόμενο στη σκηνή της Νέκυιας. Γιατί σε αυτήν την «Ειρήνη» όταν επιτέλους έρχεται η ώρα να γυρίσει η Ειρήνη στην Γη, η επιστροφή δεν καταλήγει σε γάμους και χαρές όπως στο πρωτότυπο αλλά προϋποθέτει και πέρασμα από τον τόπο των νεκρών και είναι στη «Νέκυια» εκεί που συμβαίνει και ένα από τα πιο αστεία στιγμιότυπα, όπου εμφανίζεται η Ζηνοδώρα μητέρα του Αριστοφάνη (ο Νίκος Καραθάνος με τσεμπέρι) και συνομιλεί με την Τρυγαία. Η μάνα του λέει ότι τον προειδοποίησε τον «ανεμοδούρα» να μην μπλέκεται με την πολιτική αλλά πού μυαλό αυτός, τον πλάκωσαν στις μηνύσεις.

Γαλήνη Χατζηπασχάλη-Νίκος Καραθάνος @Ελίνα Γιουνανλή

Στην αγκαλιά του Κινγκ Κονγκ

Η επιλογή πάντως, από την πλευρά τους να μιλήσουν για «επίσκεψη» στο έργο του Αριστοφάνη αποδείχθηκε και τίμια και σοφή. Γιατί είναι μια παράσταση που δεν έχει ιερό δισκοπότηρο το κείμενο, δεν στηρίζεται στο κατά γράμμα του κειμένου αλλά στο πνεύμα του. Για αυτό και η δική τους «Ειρήνη» είναι μια βουτιά στο αριστοφανικό σύμπαν που τολμά τις μεγάλες αλλαγές, αρχής γινομένης από το ότι ο Τρυγαίος που ανεβαίνει με το κοπροκάνθαρο του στον Όλυμπο για να ζητήσει από τον Δία να βάλει ένα χεράκι και να έρθει η Ειρήνη στη γη γίνεται Τρυγαία. Μια αγρότισσα, χήρα πολέμου και εργαζόμενη μητέρα που δε θυμάται τα ονόματα των παιδιών της (τι ωραία αναφορά στο «κάψιμο» των σύγχρονων γονιών) και θέλει να σταματήσει ο πόλεμος για να έχουν ψωμί να φάνε τα παιδιά της και να ξανανοίξει τον πάγκο της στη λαΐκή -πάντα στον απλό άνθρωπο το βλέμμα του Αριστοφάνη, κατ επέκτασιν και στη διασκευή του Φοίβου. Και ο Θεός Ερμής του πρωτότυπου, αυτός που έχει ξεμείνει στον Όλυμπο ενώ οι υπόλοιποι έχουν φύγει ακόμα παραπέρα, γίνεται Θεά Αθηνά, η πιο σοφή αλλά και οικεία σε εμάς θεότητα, που εδώ είναι αστεία, γκαφατζού, στιγμές και μελαγχολική. Και ο Πόλεμος από αφηρημένη έννοια γίνεται ένας μεγαλόσωμος γορίλας στη σκηνή-συμβολίζοντας τα πρωτόγονα πολεμοχαρή ένστικτα του ανθρώπου- ένας πραγματικός Κινγκ Κονγκ που θα κρατήσει στην αγκαλιά του την Ζέτα Μακρυπούλια ως Ειρήνη, κι εμένα μου έφερε στο μυαλό την Φέι Ρέι και την Τζέσικα Λανγκ ως κινηματογραφικά alter ego. Η δική τους «Ειρήνη» δικαιούται και τα «άλματα» από το ένα αριστοφανικό κείμενο στο άλλο που μας χαρίζει για παράδειγμα ένα ακόμα αστείο στιγμιότυπο όταν η Τρυγαία τηλεφωνεί στην Λυσιστράτη να συνεννοηθούν τι να κάνουν για να τελειώσει ο πόλεμος– όσο μπορούν γιατί δεν έχει και καλό σήμα.

Η Ζέτα Μακρυπούλια σαν μια άλλη Τζέσικα Λανγκ στην αγκαλιά του Κινγκ Κονγκ @Ελίνα Γιουνανλή

Όποια κωμική φλέβα κι αν τρυπήσεις…

Είναι πολλές οι κωμικές σκηνές της παράστασης. Που όμως, δεν θα ήταν προφανώς το ίδιο αστείες εάν δεν έπεφταν στα χέρια ενός πραγματικά εξαιρετικού κάστ, που όποια (κωμική) φλέβα του κι αν τρυπήσεις θα βγάλει χρυσό. Εν αρχή ην η Τρυγαία, δηλαδή η Γαλήνη Χατζηπασχάλη ένα πραγματικό θεριό της κωμωδίας που πετάγεται σαν αιλουροειδές από το ένα μέρος της σκηνής στο άλλο, μια καλλιτέχνις φτιαγμένη από τη στόφα των μεγάλων μας κωμικών ηθοποιών, που μπορεί να σηκώσει παράσταση μοναχή της, στις πλάτες της, αλλά η «Ειρήνη» δεν είναι τέτοια περίπτωση γιατί έχουν μαζευτεί πολλά ταλέντα που είναι συντονισμένα άψογα από τον ενορχηστρωτή Καραθάνο με το ανάλογο περιθώριο να πάρει ο καθένας τον ρόλο του και να τον σηκώσει ψηλά. Αυτό κάνει η Έμιλυ Κολιανδή με την Αθηνά της, που την έχει χτίσει με τα πιο ανθρώπινα και αγαπησιάρικα χαρακτηριστικά που μπορεί να έχει μια θεότητα με κύρος αλλά που έχει ξεμείνει στον Όλυμπο να φυλάει τα σερβίτσια της Ήρας και το ντουλάπι με τους κεραυνούς του Δία και που μου θύμισε την «Τζελσομίνα» της Τζουλιέτα Μασίνα όπως εμφανίστηκε ως κλόουν στο φελινικό «La strada». Αυτό κάνει και η Βάσω Καβαλιεράτου ως Οπώρα (σε διπλό ρόλο υποδύεται και την κόρη της Τρυγαίας) μια ηθοποιός γνήσια κωμική, πάντα απολαυστική που επανεφευρίσκει συνεχώς τον εαυτό της και το ερμηνευτικό της πεδίο και έχει το χάρισμα μιας πολύ εκφραστικής σωματικότητας, ο πολυτάλαντος Θανάσης Αλευράς ως Δούλος που φέρει το βίωμα της ταράτσας στον σωστό θεατρικό τόνο, ο Πάνος Παπαδόπουλος ως Τάραχος σε μια απολύτως αστεία αλλά και με ουσία σκηνή όπου σαν χείμαρρος αλλά και σαν γνήσιος επιχειρηματίας λέει στον πάτερα του τον Πόλεμο ότι έχει ξεπεραστεί η μάχη σώμα με σώμα κι ότι τα χημικά, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα fake news και η προπαγάνδα έχουν ανοίξει ένα πεδίο δόξης λαμπρό για τους πολέμους του καιρού μας. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Γιάννης Κότσιφας ως Δούλος, μετρημένος και ακριβής, η (ωραία έκπληξη) Ζέτα Μακρυπούλια ως ανάλαφρη Ειρήνη που στήνει ένα πλάσμα λαμπερό αλλά και αμήχανο που περιφέρεται κάπως γιατί δεν ξέρουν κι οι άλλοι τι να την κάνουνεύστοχη παραπομπή στο πώς αντιμετωπίζει ο δυτικός πολιτισμός την Ειρήνη, σαν μια ερώτηση στα καλλιστεία κι όχι ως σοβαρή δυνατότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Κι ήταν και ο Γιλμάζ Χουσμέν, συγκλονιστικός κορυφαίος του χορού, σε μια σπαρακτική στιγμή όλη δική του που την εκτέλεσε με μια ηρεμία και έναν εσωτερικό ρυθμό φοβερά πειθαρχημένο αλλά με ροή και ψυχή, σε έναν μονόλογο που ακούστηκε σαν μοιρολόι ενός στρατιώτη που πενθεί γιατί ο πόλεμος του στέρησε τα νιάτα «πήρατε εκείνο το αγροτάκι και το ξεπατώσατε…ξέχασα να είμαι νέος μαμά…πού είσαι…εγώ πού είμαι…εγώ μανούλα μου χάθηκα…» λέει ο Χουσμέν και αναρωτιέται «Άντε και γύρισα πίσω, θα με αναγνωρίσεις;» φράση που με πήγε και στην προβληματική της επιστροφής και του νόστου έτσι όπως θίγεται στην (και πάλι) επίκαιρη χάρης στον Κρίστοφερ Νόλαν, «Οδύσσεια» του Ομήρου. Εξαιρετικός ο χορός των Άλκη Μπακογιάννη, Κωνσταντίνου Κοντογεωργόπουλου, Κωνσταντίνου Ζωγράφου, Γιάννη Σαμψαλάκη, Βασίλη Παπαδόπουλου, Σπύρου Μπόσγα και Αντώνη Χρήστου ένα παλλόμενο σύνολο που γίνεται άλλοτε πλήθος-κοπάδι, άλλοτε αγρότες, στρατιώτες ή πανηγυρτζήδες πρώτοι στο χορό. Καθοριστική είναι προφανώς η κίνηση της Αμαλία Μπένετ και η χορογραφία του Αλέξανδρου Σταυρόπουλου που έδωσαν σωματική πνοή στο σκηνοθετικό όραμα του Καραθάνου, όπως επίσης οι παιχνιδιάρικοι αλλά και ατμοσφαιρικοί φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου και τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη που έστησαν έναν κόσμο με έντονο το στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος- τα καλάμια μου θύμισαν τα στάχυα της περίφημης «Αντιγόνης» του Λευτέρη Βογιατζή-που ήταν και ρεαλιστικός (με σακούλες σκουπιδιών) αλλά και παραμυθένιος τόπος, ένας κόσμος που σαν να υπήρχε πριν από τον πολιτισμό ή σαν να ήταν το απομεινάρι μιας κοσμογονίας, με έντονο κι εδώ το στοιχείο του παλιού κόμικ αφού σε αυτή τη γραμμή κινήθηκαν και τα πολύ ωραία και ευφάνταστα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, μια γιορτή της ζωής από μόνα τους.

Ο Φοίβος Δεληβοριάς και η θαυμάσια ορχήστρα @Ελίνα Γιουνανλή

Ένας πολιτικός επίλογος

Να αναφέρουμε και τους υπέροχους μουσικούς επί σκηνής, τον Ανδρεά Πολυζωγόπουλο, τον Θοδωρή Ρέλλο, τον Γιόελ Σότο, τον Γιάννης Αγγελόπουλο (Jan Van De Engel), με κορυφαίο της ορχήστρας φυσικά τον Φοίβο. Η μουσική του Φοίβου Δεληβοριά και του Άγγελου Τριανταφύλλου που συνεργάζονται σταθερά στις Ταράτσες του Φοίβου, ήταν θαυμάσια, χωνευτήρι της δυναμικής του ροκ, της γνήσιας ψυχής του λαΐκού, της βαλκανικής καταβολής, της ευγένειας της κλασικής μουσικής, που έστηνε τον ίδιο τον ρυθμό και την ροή της παράστασης και εξυπηρετούσε μαζί με τα ωραία στιχάκια που σκάρωσε ο Φοίβος το ανάμεσα στις λέξεις -η μουσική είναι άλλωστε πάντοτε λίγο πιο κοντά στη μεριά του θεΐκού –και έντυσε την παράσταση που, όπως κι αυτή όλες του Νίκου Καραθάνου, είναι φτιαγμένη από χώμα και νερό, γήινη αλλά την ίδια στιγμή ονειρική με πλάσματα που σαν να περπατάνε λίγα εκατοστά πάνω από τη γη. Το μεγάλο φινάλε της παράστασης σηκώνει την κουρτίνα της μαγείας, αλλά δεν σε αφήνει απομαγευμένο. Η Ειρήνη γύρισε στη γη αλλά τίποτα δεν τέλειωσε. Ο θίασος παρακολουθεί πάνω σε ένα λευκό πανί, ίσως να δανείστηκε και το «σεντονάκι» του Καραγκιόζη, ένα b-movie όπου γιγάντια πτηνά επιτίθενται σε προΐστορικούς ανθρώπους. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. «Πάμε πάλι από την αρχή» ακούγεται, σαν κάλεσμα κόντρα στους καιρούς, κόντρα στους πολέμους του καιρού μας. Κι αυτός είναι ένας εκατό τοίς εκατό πολιτικός επίλογος.

Η παράσταση συνεχίζει την καλοκαιρινή της περιοδεία:

17/8 Θέατρο Ορέστης Μακρής – Χαλκίδα, 18/8 Υπαίθριο Θέατρο Δελφών “Φρύνιχος” – Δελφοί, 1 & 2/9 Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη – Αττική, 3/9 Παμπελοποννησιακό Στάδιο -Πάτρα, 4/9 Βεάκειο Θέατρο, Πειραιάς, 7 & 8/9 Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού – Λυκαβηττός, 10/9Κηποθέατρο Αλκαζάρ – Λάρισα, 11 & 12/9 Θέατρο Δάσους – Θεσσαλονίκη, 14 & 15/9 Δημοτικό Κηποθέατρο Παπάγου, 16/9 Θέατρο Νταμάρι – Αλίκη Βουγιουκλάκη – Βριλήσσια, 17/9 Δημοτικό Θέατρο “Αλέξης Μινωτής” – Αιγάλεω, 19/9 Θέατρο Μοσχοποδίου – Θήβα, 21/9 Θέατρο Πέτρας – Πετρούπολη, 22/9 Δημοτικό θέατρο Ηλιούπολης «Δημήτρης Κιντής» – Ηλιούπολη, 23/9 θέατρο Ηλιούπολης «Δημήτρης Κιντής» – Ηλιούπολη, 26/9 Κατράκειο Θέατρο – Νίκαια

Σχετικές καταχωρίσεις

Σχετικά άρθρα