«Άλκηστις» στην Επίδαυρο: Υπόκλιση στο νήμα της Ζωής και του Θανάτου
Ο ευφυής Καραντζάς φέρνει την τραγωδία του Ευρυπίδη στο σήμερα τόσο διακριτικά, χωρίς κραυγές, χτυπητές αναφορές ή περιττούς μοντερνισμούς χτίζοντας μια παράσταση γεμάτη συμβολισμούς με την παρουσία του Θανάτου κυρίαρχη στον χώρο και την αφήγηση που ορίζεται και από το εντυπωσιακό σκηνικό
Περιεχόμενα
Η φιγούρα της Θεοδώρας Τζήμου ως Θάνατος ακίνητη και αγέρωχη μέσα στο μαύρο ρούχο της που απλώνεται πλούσιο πάνω στο χώμα, λες και το σκούρο ύφασμα με την περίεργη, πυκνή, σχεδόν πνιγηρή υφή, να είναι οι ρίζες που την κρατούν στην ορχήστρα του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Το σώμα του Κώστα Νικούλι ως Απόλλωνας γυμνό από τη μέση και πάνω, με ένα θαλασσί αέρινο ύφασμα, που μοιάζει μεταξωτό, να είναι ξαπλωμένο πάνω σε ένα θεαματικό και μαξιμαλιστικό σκηνικό, ένα βαρύ κεκλιμένο επίπεδο βιομηχανικής όψης που σε λίγα λεπτά θα γίνει ο χώρος δράσης αλλά και το πεδίο υποδοχής των ίδιων των σωμάτων των ηθοποιών. Ένας ένας με πρώτα τα μέλη του χορού, θα αρχίσουν να αναδύονται από χάσματα-καταπακτές, έρποντας προς το φως του ήλιου ή έρποντας αργότερα προς την αντίθετη πορεία επιστροφής προς τα έγκατα της γης αλλά και τα σκοτάδια της ίδιας της ψυχής. Πληθαίνουν οι μεταφορές της ηθικής πτώσης, της αλαζονείας, της υποκρισίας, της απραξίας. Η πρώτη αίσθηση είναι εντυπωσιακή και θα γίνει καθηλωτική εμπειρία από τα πρώτα λεπτά της έναρξης της «Άλκηστης» του Δημήτρη Καραντζά στην Επίδαυρο, μια παραγωγή του ΕΘνικού Θεάτρου, ήδη από τη στιγμή που η Θεοδώρα Τζήμου, με το μαύρο ύφασμα να ξεχύνεται ολόγυρα της σαν απλωμένος θάνατος, λέει «όλα τα γεννά η γη κι όλα τα παίρνει πίσω» κρατώντας στα χέρια της χορδές που απλώνονται σε όλο το μήκος του σκηνικού, χορδές που ενώνουν τον Πάνω με τον Κάτω Κόσμο, το νήμα της Ζωής με αυτό του Θανάτου. Κι είναι αυτές οι χορδές που τραβά σχεδόν ανεπαίσθητα ο Θάνατος ορίζοντας τις τύχες των ανθρώπων που γίνονται μαριονέτες στα χέρια του. Κι είναι σε αυτές τις χορδές που θα ακουμπήσει ένα δοξάρι ο Απόλωνας του Κώστα Νικούλι και θα βγει ο πρώτος οξύς, στριγγός ήχος, που θα δηλώσει και το ηχητικό μοτίβο της αφήγησης, διαπεραστικό, απόκοσμο, τσουχτερό.

Photo: Θωμάς Δασκαλάκης
Μια σημειολογική έναρξη, γεμάτη συμβολισμούς
Είναι από τις πιο δυνατές, πυκνές και φορτισμένες εναρκτήριες σκηνές που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια στην Επίδαυρο. Μια σημειολογική έναρξη που μας εισάγει σε έναν κόσμο αφήγησης τόσο μεστό και πλήρη, σαν δομημένο πάνω σε αυστηρές γεωμετρικές αρχές. Μια έναρξη γεμάτη συμβολισμούς που προοικονομεί το ύφος και την ματιά του Δημήτρη Καραντζά πάνω στην «Άλκηστη» του Ευρυπίδη. Η λεπτή ειρωνία του κειμένου αλλά και το ανοιχτό φινάλε αυτού του τόσο αριστοτεχνικά γραμμένου έργου γίνονται τελικά δύο σημαντικές αρετές στην προσέγγιση του Καραντζά και κατ’ επέκταση και στην ερμηνεία του Γιάννη Νιάρρου, που ως Άδμητος από τη μια δέχεται να πάρει η γυναίκα του Άλκηστη τη θέση του και να πεθάνει αντί για αυτόν και από την άλλη την πενθεί με τόσο πάθος- της λέει «αν πεθάνεις δε θα ζήσω» (!)- λες και του την πήρε ξαφνικά από κοντά του η κακή του τύχη.
Πάντοτε μου φαινόταν παλαβό αυτό το έργο του Ευρυπίδη, που μάλιστα, αδικήθηκε όσες φορές αντιμετωπίστηκε ως love story με ηρωίδα μια γυναίκα πρότυπο συζυγικής αφοσίωσης. Είναι τόσο πιο πολύπλοκο αυτό το σατυρικό δράμα που γράφτηκε το 438 π.Χ. και που έχει την εξής «λοξή» υπόθεση: Ο θεός Απόλλωνας ο οποίος είναι υπηρέτης στο παλάτι του Άδμητου τον βοηθάει να γλιτώσει από τον θάνατο αρκεί να δεχτεί κάποιος άλλος να πάρει τη θέση του. Αρνούνται γονείς και φίλοι και δέχεται μόνο η γυναίκα του η Άλκηστις. Ο Άδμητος κάνει δεκτή την προσφορά της αλλά κλαίει και χτυπιέται για το κακό που τον βρήκε ενώ το έχει προκαλέσει ο ίδιος. Και ο χορός από κοντά, οδύρεται που χάνει το παλάτι τέτοια γυναίκα αλλά δεν τολμά να πει κουβέντα στον βασιλιά του. Στο μεταξύ εμφανίζεται ο Ηρακλής κι ο Άδμητος του κρύβει το πένθος δίνοντας εντολή στους υπηρέτες του να κάνουν την διαμονή του φιλοξενούμενου ευχάριστη, να τον αφήσουν ανενόχλητο να τρωγοπίνει και να γλεντοκοπά. Όταν ο Ηρακλής μαθαίνει τι γίνεται, πηγαίνει στον Κάτω Κόσμο και φέρνει πίσω στον Άδμητο την Άλκηστη.
Το πρόσημο και η κατεύθυνση του πάντοτε βαθιά πολιτικού στην ανάγνωση και την προσέγγιση Δημήτρη Καραντζά έχει δοθεί ήδη από το δελτίο Τύπου της παράστασης όπου διαβάσαμε «Η θυσία της εκτυλίσσεται δημόσια, μπροστά στα μάτια των πολιτών, ως μια προδιαγεγραμμένη δολοφονία – μια πράξη που σήμερα διαβάζεται αναπόφευκτα ως γυναικοκτονία, νομιμοποιημένη από την κοινωνική και πολιτική τάξη». Ο ευφυής Καραντζάς πάντως, φέρνει την τραγωδία του Ευρυπίδη στο σήμερα τόσο διακριτικά, χωρίς κραυγές, χτυπητές αναφορές, περιττούς μοντερνισμούς. Φωτίζει τα ερωτήματα που στέκουν στην εποχή μας για τα φύλα και τους κοινωνικούς ρόλους και σε καλεί να τα αφουγκραστείς, χωρίς απαντήσεις, χωρίς με το στανιό επικαιροποίηση. Όπως χτίζει την ροή της αφήγησης, αφήνει την δύναμη του κειμένου, των εικόνων, των συμβολισμών (έχει τόσους πολλούς η προσέγγιση του) και των ερμηνειών να ανοίξουν τον δρόμο για το σήμερα, για τα σημεία των καιρών.

Η σκηνή ανάμεσα στον Άδμητο και τον Φέρη ήταν από τις ωραιότερες της παράστασης και ανέδειξε τις αμφισημείες της στάσης του βασιλιά των Φερών και την υποκρισία.
Υποκριτής Άδμητος, Εύθραυστη Άλκηστη
Ο Γιάννης Νιάρρος έχτισε την ερμηνεία του πάνω στην αντιφατική, υποκριτική, έως και κωμικοτραγική, στάση του Άδμητου που κλαίει και οδύρεται για τον θάνατο της Άλκηστης που ο ίδιος προκαλεί. Πάνω σε αυτές τις γκρίζες ζώνες έπαιξε απολύτως πειστικά ο ηθοποιός, γέρνοντας την πλάστιγγα προς το στοιχείο της αλαζονείας και της υποκρισίας, με έναν ενδιαφέροντα τόνο συντριβής προς το τέλος του έργου. Η Ηρώ Μπέζου, τόσο υπέροχη και λυγερή, κάτι μεταξύ νεράιδας και ηρωίδας αρχαίας τραγωδίας, μέσα στο αστραφτερό της φόρεμα (έξοχα όλα τα κοστούμια που σχεδίασε η Ιωάννα Τσάμη) είχε την ευθραυστότητα που έπρεπε και ακολούθησε έναν δρόμο λιτής ερμηνείας χωρίς υπερβολές και μελοδραματισμούς αναδεικνύοντας την αξιοπρέπεια της Άλκηστης αλλά και τις αγωνίες της που φέρουν και το ερώτημα «μπορούσε άραγε στην πραγματικότητα να μην «θυσιαστεί» και να αφήσει την πόλη και τους πολίτες της χωρίς άρχοντα»; Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης ως Φέρης ήταν αποκάλυψη, γλιστρώντας τόσο φυσικά στις μεταστροφές του ρόλου του. Εμφανίστηκε ως ένας πατέρας λίγος, που δε δέχτηκε να πεθάνει για να ζήσει ο γιος του και κατέληξε μια επιβλητική φιγούρα που λέει στον Άδμητο αλήθειες που κόβουν σα λεπίδι- «κι εσύ αναίσχυντε πάλεψες να μην πεθάνεις, εσύ ο άνανδρος, ο κατώτερος απ’ αυτήν που είχε το θάρρος να πεθάνει για σένα». Η σκηνή ανάμεσα στον Άδμητο και τον Φέρη ήταν από τις ωραιότερες της παράστασης και ανέδειξε τις αμφισημείες της στάσης του βασιλιά των Φερών και την υποκρισία.

photo: Ανδρέας Σιμόπουλος
Ο Θάνατος της πάει πολύ
Η εύθυμη νότα ήρθε από τον ντυμένο στα λευκά με το ακορντεόν, αντί λεοντής, στην πλάτη Ηρακλή του Γιώργου Ζυγούρη, που κατάφερε να κάνει την σχεδόν καρτουνίστικη εμφάνιση του αστεία και όχι γελοία. Ήταν σωστός και μετρημένος και στην «στιβαρή» στιγμή του όταν επιπλήττει τον Άδμητο επειδή του έκρυψε τον θάνατο της Άλκηστης. Ο Κώστας Νικούλι ως Απόλλωνας είχε κάτι θεΐκό στην όψη και μπορεί η εμφάνιση του να ήταν μικρή σε διάρκεια αλλά ήταν σημαντική καθώς άνοιξε την παράσταση. Καλοί στην ερμηνεία τους και η Δήμητρα Βλαγκοπούλου ως Υπηρέτρια και ο Αινείας Τσαμάτης ως Υπηρέτης, ανέδειξαν το πένθος και τον θρήνο με σθένος αλλά και μέτρο. Απολύτως συντονισμένος και ο χορός (Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος-Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος), ειδικά στις θρηνητικές σκηνές-ξεχώρισα αυτή όπου σχημάτιζαν με τα σώματα τους μια ανθρώπινη αλυσίδα με τον Άδμητο όταν συνειδητοποιεί την απώλεια της Άλκηστης. Ήταν βέβαια, καθοριστική από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό η κυριαρχική φιγούρα της Θεοδώρας Τζήμου να στέκεται στη θέση της καρτερικά σαν και τον ίδιο τον θάνατο. Που δεν βιάζεται. Όλοι σε αυτόν θα πάνε. Δεν ήταν απλά ένας ακόμα χαρακτήρας, αλλά ένα τοπίο θανάτου, διαρκώς παρόν στην παράσταση και απειλητικό σαν αίσθηση. Οι χορδές-νήματα Ζωής και Θανάτου στα χέρια της Τζήμου- λειτουργούσαν και σαν συνεχή υπόμνηση και της τραγικής κατάστασης της Άλκηστης που τόσο εύκολα θυσίασε ο άντρας που αγάπησε για να σώσει τον εαυτό του. Το λέει τόσο ωραία ο Χορός: «Πώς γίνεται κανείς να’ ναι νεκρός και ζωντανός μαζί…».
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην εξαιρετική δουλειά που έκανε ο Παναγιώτης Μανουηλίδης στη μουσική και τις ηχητικές κατασκευές, που ούτε συνόδεψαν, ούτε απλά υπογράμμισαν την δράση αλλά έγιναν ζωντανό παλλόμενο κομμάτι της αφήγησης. Ακόμα, στον Τάσο Καραχάλιο για την κίνηση των ηθοποιών που έδειχναν σαν να μετεωρίζονται και να προσπαθούν να ισορροπήσουν όχι το σωματικό τους βάρος αλλά την ίδια την ύπαρξη τους που βάρυναν πράξεις αδράνειας απέναντι στον θάνατο της Άλκηστης «της πιο ξεχωριστής απ’ όλες τις γυναίκες». Στην Ελίζα Αλεξανδροπούλου για τους απόκοσμους φωτισμούς. Και βεβαίως στον Κωνσταντίνο Σκουρλέτη για το σκηνικό που θύμιζε εκ πρώτης όψεως εικαστική εγκατάσταση αλλά εξελίχθηκε ως τόπος που σηκώνει κυριολεκτικά και μεταφορικά τις επιπτώσεις των αποφάσεων, ένα γλιστερό όριο ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, ένας κατήφορος που οδηγεί στην ηθική πτώση αλλά και στον άλλο κόσμο. Μονη παραφωνία, οι βιομηχανικές κρήνες, που ίσως συμβόλιζαν τα ταφικά έθιμα πλύσης του νεκρού ή τα ποτάμια του Άδη, αλλά δεν πρόσθεταν κάτι στο ούτως ή άλλως ξεχωριστό σκηνικό.

photo: Ανδρέας Σιμόπουλος
Μεγαλοπρεπές φινάλε – «Όλα είναι βία…»
Πολλά έχουν γραφτεί από μελετητές του έργου του Ευρυπίδη για το ανοιχτό φινάλε του με την Άλκηστη να επιστρέφει από τον Άδη αλλά να μην μιλά καθώς πρέπει να περάσουν τρεις ημέρες για να εξαγνιστεί και άρα να μην μαθαίνουμε πώς βίωσε την «ανάσταση» της. Και πάνω σε αυτό το «κενό» μεταξύ κειμένου και ερμηνείας φτιάχνει ο Καραντζάς ένα μεγαλοπρεπές φινάλε. Ο Ηρακλής φέρνει την Άλκηστη στον Πάνω Κόσμο αλλά αυτή μοιάζει σαν άψυχο κουφάρι πάνω στους ώμους του. Ο Καραντζάς της έχει αφαιρέσει το πέπλο αλλά επιλέγει να δείξει έναν Άδμητο που στην αρχή δεν την αναγνωρίζει. Μα δεν είναι η ίδια Άλκηστις αυτή που έχει γυρίσει. Πώς μπορεί να επιστρέψει ίδια όταν έχουν καταρρεύσει όλες οι βεβαιότητες της; Όταν ο βασιλιάς, που τόσο λάτρεψε την απαρνήθηκε με την πρώτη ευκαιρία; Όταν κανείς δεν πήγε κόντρα σε τέτοια αδικία; Όταν ακόμα και στον θάνατο δεν την άφησαν ήσυχη και την έφεραν πίσω;
Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε την Παρασκευή στη σκηνή όπου ξανανταμώνουν ο Άδμητος με την Άλκηστη, στο σημείο απόλυτης σιωπής όπου αυτός προσπαθεί να την αγκαλιάσει, να την «ξυπνήσει» από τον λήθαργο της- «είναι και δεν είναι…» στη ζωή όταν επιστρέφει-την ώρα που ακούγονταν δυνατά τα τζιτζίκια πέταξε μπροστά από το τραγικό ζευγάρι μια νυχτερίδα και μας χαρίστηκε μια μοναδική στιγμή «συνομιλίας» μιας θεατρικής παράστασης με τη φύση από αυτές που μόνο στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου μπορούν να συμβούν. Γιατί μόνο εκεί μπορούν οι ήχοι του φυσικού περιβάλλοντος να μοιάζουν με θεόσταλτα σημάδια σαν το αεράκι που φυσούσε κάθε τόσο και έκανε το ρούχο του Θανάτου να κυματίζει σχεδόν ανατριχιαστικά. Αίσθημα που σφράγισε και ο λεκτικός επίλογος: «Έτσι τελείωσε κι αυτή η ιστορία, ο κόσμος συνεχίζει, ο κόσμος τελειώνει, το λουλούδι ανθίζει και μαραίνεται, ο ήλιος ανατέλλει και βυθίζεται, ο αγαπημένος αγαπά και χάνεται….όλα μοιάζουν ζωντανά, όλα μοιάζουν βία…».
Info: Μετά την πρεμιέρα της στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου η παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου ταξιδεύει σε επιλεγμένους σταθμούς στην Ελλάδα και την Κύπρο:
23/7 Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη – Βύρωνας
29/7 Αρχαίο Θέατρο Δωδώνης
1/8 Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων – Καβάλα
7 & 8/8 Αρχαίο Θέατρο Κουρίου – Κύπρος
22/8 Αρχαίο Θέατρο Δίου – Κατερίνη

