Μελοποιώντας τον Λόρκα – Ο Νίκος Χατζηελευθερίου μιλά για τα «11 Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα»
Με αφορμή την πρώτη ολοκληρωμένη παρουσίαση των «11 Σονέτων του Σκοτεινού Έρωτα», στον κήπο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (7/7), ο συνθέτη μιλά στο Exodos για τη μελοποίηση του πιο προσωπικού έργου του Λόρκα.
Πριν από την πρώτη ολοκληρωμένη παρουσίαση των «11 Σονέτων του Σκοτεινού Έρωτα», ο συνθέτης Νίκος Χατζηελευθερίου μιλά στο Exodos για τη διαδρομή μιας μελοποίησης που ωρίμαζε επί χρόνια, μέχρι να πάρει τη μορφή ενός ενιαίου κύκλου τραγουδιών τελικά. Στη συναυλία που θα πραγματοποιηθεί στις 7 Ιουλίου, στον ατμοσφαιρικό κήπο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, το βαθιά προσωπικό και εξομολογητικό έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα παρουσιάζεται σε ελληνική απόδοση του Περουλή Σακελλαρίδη. Ο συνθέτης μιλά για τη δημιουργική σχέση του με την ποίηση του Λόρκα, τη μακρόχρονη συνεργασία του με τον μεταφραστή, τις μουσικές αναφορές που διαμόρφωσαν το έργο, αλλά και για τους ερμηνευτές που καλούνται να δώσουν φωνή σε έναν έρωτα «σκοτεινό», διαχρονικό και βαθιά ανθρώπινο.
Τα «11 Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα» παρουσιάζονται για πρώτη φορά ως ολοκληρωμένος κύκλος τραγουδιών. Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτής της μελοποίησης και ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να μεταφέρετε μουσικά ένα τόσο προσωπικό και εξομολογητικό έργο του Λόρκα;
Η ιδέα είναι παλιά. Η ποίηση τραγουδιέται πλέον, με την έγκριση της Ιστορίας! Σε όλον τον κόσμο, με ποικίλους ηχητικούς τρόπους και τεχνικές. Ο Λόρκα είναι πολυτραγουδισμένος και βαθιά ελληνοποιημένος. Η γέννα έγινε με αρχέγονο τρόπο. Ένα-ένα τα «τέκνα» έβγαιναν. Και στη μετάφραση (από τον Περουλή Σακελλαρίδη) και στη μελοποίηση από μένα. Και, ειλικρινά, απορούσαμε με κάθε εμφάνιση ενός νέου «τέκνου». Μα πόσα θα γεννηθούν; Λέγαμε αρχικά δύο-τρία… φτάσαμε τελικά στα έντεκα.
Όσο για την πρόκληση, νομίζω ότι είναι πάντα η κινητήρια δύναμη. Το προσωπικό, εξομολογητικό ύφος των σονέτων είναι μια σπουδαία ευκαιρία να νιώσουμε τον άνθρωπο Λόρκα μέσα στη δική του μοναξιά. Είναι ένας μυθοποιημένος –και δικαίως– ποιητής. Η δολοφονημένη σάρκα του και το αίμα του έφτασαν στο Θείο. Αυτή η γραφή του, πιστεύω, αντιστρέφει τους όρους: δίνει στον μύθο τη σάρκα και το αίμα της προσωπικής του ζωής.

Στη σύνθεσή σας αναφέρετε ότι συνομιλείτε τόσο με την ελληνική παράδοση της μελοποιημένης ποίησης όσο και με τις λαϊκές μουσικές ρίζες της Ισπανίας. Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαφορετικές μουσικές παραδόσεις χωρίς να χαθεί η αυθεντική φωνή του Λόρκα;
Ναι, δεν υπάρχει κάποιο πρωτοποριακό στοιχείο, ούτε πρόκληση, ούτε καν έκπληξη. Δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο. Δεν σκέφτηκα στιγμή περίπλοκα. Τα διάβαζα και τα τραγουδούσα αμέσως. Η αυθεντικότητα της φωνής του Λόρκα μεταφέρθηκε με τον σεβασμό με τον οποίο έγινε η απόδοση των ποιημάτων στα ελληνικά. Είναι γεγονός, όμως, ότι οι περισσότεροι στην Ελλάδα (συμπεριλαμβανομένου και εμού του ιδίου) επικοινωνούμε με τον Λόρκα κυρίως μέσα από τα τραγούδια που δημιούργησαν Έλληνες συνθέτες, όπως ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Λεοντής, ο Γλέζος και άλλοι.
Είχα κάνει παλιότερα, με τον αείμνηστο Βασίλη Νικολαΐδη, έναν κύκλο συναυλιών με τίτλο «Λόρκα ο Έλληνας», παρουσιάζοντας τραγούδια των παραπάνω συνθετών. Ως κιθαρίστας, επίσης, έχω παίξει πολλές φορές τα «13 Λαϊκά Ισπανικά Τραγούδια», τα οποία είχε επιμεληθεί μουσικά ο ίδιος ο Λόρκα, καθώς ήταν και μουσικός. Όλα αυτά, λοιπόν, βαθιά μέσα στο μυαλό και το αφτί μου, με πήραν από το χέρι, θα έλεγα.
Η συνεργασία σας με τον Περουλή Σακελλαρίδη έχει ήδη δώσει έργα όπως η «Γέρμα» και το «Vertigo». Τι καινούργιο έφερε αυτή η συνεργασία στα «11 Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα» και πώς εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια;
Μας συνδέει, κατ’ αρχάς, μια μακρόχρονη φιλία. Η συνεργασία αυτή έφερε, ως συνήθως… καινούργιες διαφωνίες και τσακωμούς. Αφού βρήκαμε το δίκιο μας και οι δύο, όπως πάντα, βιώσαμε μια συνέχεια στην περιπέτεια με την ισπανική ποίηση. Για μένα υπάρχει κάτι καινούργιο, το οποίο ικανοποιεί αφάνταστα τον Περουλή. Έκανα απλά τραγούδια, με άμεσα προσλαμβανόμενες μελωδίες, κάτι που δεν είναι ούτε αυτονόητο ούτε εύκολο για έναν «κλασικό» μουσικό.

Στη συναυλία ο Νίκος Μπαλογιάννης εμφανίζεται σε έναν διαφορετικό ρόλο, αυτόν του τραγουδιστή, ενώ συμμετέχει και ο Κώστας Θωμαΐδης. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να επιλέξετε αυτούς τους ερμηνευτές και τι πιστεύετε ότι προσθέτουν στη δραματουργία του έργου;
Για τον σπουδαίο σολίστ της κιθάρας, Νίκο Μπαλογιάννη, ήξερα το πηγαίο, «κρυφό» ταλέντο του στο τραγούδι. Συζητούσαμε πολύ καιρό γι’ αυτή την πλευρά του, άσχετα με τη συγκεκριμένη δουλειά των Σονέτων. Και είπαμε να κάνουμε ένα πείραμα. Θα δείτε ότι το πείραμα πέτυχε… και η συνέχεια επί της ζωής του Νίκου.
Για τον Κώστα Θωμαΐδη τι να πω; Σημαντικός καλλιτέχνης, με αισθαντικότητα και ευρύτατη γκάμα στην ερμηνεία, μας τιμά με την παρουσία του. Βασικά, και οι δύο είναι πολύ καλοί μουσικοί. Δεν είναι μόνο η φωνή τους. Είναι κυρίως η μουσικότητά τους. Η δυνατότητα, δηλαδή, να μετουσιώνουν τον λόγο σε ήχο και τον ήχο σε λόγο.
Η παρουσίαση πραγματοποιείται, σε έναν ιδιαίτερο χώρο όπως ο κήπος του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Ποιο είναι το συναίσθημα ή η εμπειρία που θα θέλατε να πάρει μαζί του το κοινό φεύγοντας από αυτή τη βραδιά;
Ο κήπος του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών είναι μαγικός! Περί συναισθήματος -όσο διαρκεί η συναυλία- και εμπειρίας -ως αποσκευή μετά το πέρας- θα μιλήσει ο έρωτας. Πάντα ευπρόσδεκτος, πάντα λυτρωτής, πάντα οδυνηρός, πάντα τυραννικός, παραμένει το πιο ισχυρό όπλο μας απέναντι στη φθορά και την ευτέλεια. Έτσι όπως τον εκφράζει ο Λόρκα, αγγίζει όλες και όλους. Διακριτικός και διεισδυτικός, παιγνιώδης και βαθύς, αν τον τραγουδήσουμε σωστά… θα μας ευλογήσει.