Κώστας Τουρνάς: «Ό,τι δεν εκφράζουμε είναι χειροβομβίδα έτοιμη να σκάσει»
«Καρέ» από μια μεγάλη και σημαντική διαδρομή που έφερε και τομές στην ελληνική δισκογραφία. Σκέψεις για όσα μέσα στα χρόνια με κάποιο τρόπο τον άγγιξαν και γέννησαν και τραγούδια. Μια συνέντευξη με τον Κώστα Τουρνά με αφορμή την κυκλοφορία της βιογραφίας του «Άνθρωπε αγάπα» από τις εκδόσεις Οξύ.
Τα παιδικά χρόνια στην Τρίπολη όπου για πρώτη φορά ένοιωσε τη μυρωδιά του χώματος μετά τη βροχή-κι ακόμα το θυμάται. Η μετεγκατάσταση της οικογένειας στην Κυψέλη, όταν ήταν δέκα χρονών, που συνέπεσε με τον θαυμασμό για το δημοτικό τραγούδι. Η ενδοσκόπηση της εφηβείας, τότε που διάβαζε μανιωδώς βιβλία το ένα μετά το άλλο, που του προκάλεσαν σκέψεις, του έβαλαν ιδέες, του έχτισαν την προσωπικότητα-στα δεκαπέντε είχε διαβάσει ολόκληρο τον Τσιφόρο και είχε ανακαλύψει τον Νίτσε, τον Καζαντζάκη, τον Κρισναμούρτι. Η δημιουργία των θρυλικών «Poll», συγκρότημα που ξεκίνησαν με τον παιδικό του φίλο, Ρόμπερτ Ουίλιαμς και βάφτισαν με μια, τελικά δημιουργική, τυχαιότητα αφού σε αυτή τη λέξη, που σημαίνει δημοψήφισμα, σφυγομέτρηση έπεσε το δάχτυλο όταν άνοιξαν ένα αγγλοελληνικό λεξικό. Οι πρώτες επιτυχίες με το «Άνθρωπε αγάπα» το οποίο έγραψε δεκαεννιά χρονών όταν είδε την ταινία «Φράουλες και αίμα» αλλά και το «Ήλιε μου», με το ταγάρι του θρυλικού δίσκου «Poll» (1971) σχεδόν να γίνεται σύμβολο αντίστασης. Τα εμβληματικά «Απέραντα χωράφια» (1972), ένα τραγούδι 40 λεπτών που ηχογράφηθηκε με τον συνδυασμό μιας συμφωνικής Ορχήστρας (της Λυρικής Σκηνής) με το ροκ γκρουπ Ρουθ, κάτι μοναδικό και πρωτοποριακό στην εποχή του. Η απαρχή της σόλο πορείας. Οι δύσκολες εποχές που οδήγησαν σε σουξέ που υπέγραψε με ψευδώνυμο για την Ρίτα Σακελλαρίου, τη Δούκισσα και πολλούς άλλους αλλά και οι λαΐκές επιτυχίες της Καίτης Γαρμπή «Ξυπόλητη χορεύω» και «Μη με συγκρίνεις». Τα «Ντουέτα» (1994), δίσκος που έχει αγαπηθεί όσο λίγοι στην ελληνική δισκογραφία. Δεν συνοψίζονται εύκολα η ζωή και η καριέρα του Κώστα Τουρνά ο οποίος έχει διαγράψει μια τόσο μεγάλη και σημαντική πορεία που εκτός από πολύ δημοφιλή τραγούδια, περιλαμβάνει και τομές στη μουσική και την ελληνική δισκογραφία. Χωράνε όμως, θραύσματα αυτής της διαδρομής, μεγάλες ή μικρότερες στιγμές της, στη βιογραφία που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις «Οξύ» με τον τίτλο «Άνθρωπε αγάπα» που επιμελήθηκε με αγάπη και προσοχή ο Θάνος Κανούσης. Το «Άνθρωπε αγάπα» σήμερα μου ακούγεται σαν η πιο απαραίτητη προτροπή-παραίνεση. «Είναι μια πολύ γλυκιά ευχή…», μου λέει ο Κώστας Τουρνάς στην κουβέντα μας…
Θέλω να ξεκινήσω με εξομολόγηση: ανακάλυψα τα τραγούδια σας στην εφηβεία, σε περίοδο που είχα ήδη αγαπήσει το αμερικάνικο ροκ, τον σκληρό στίχο και ήχο, αλλά τα τραγούδια σας λειτουργούσαν κάπως σαν παρηγοριά.
Κάποτε είχα έναν προβληματισμό για το τι είναι αυτό που κάνουμε, αν είναι χειροπιαστό, αν είναι προΐόν, οφέλιμο, χρήσιμο. Επειδή η μουσική είναι ένα αέρινο πράγμα, δεν είναι χειροπιαστό, είναι πολύ πιο εύκολο να σου δημιουργηθούν αυτοί οι προβληματισμοί. Ένοιωσα λοιπόν ότι ένας μοναδικός λόγος για τον οποίο αξίζει κανείς να κάνει μουσική είναι να συναντηθεί με άλλους ανθρώπους εσωτερικά. Αν ένα τραγούδι σου δεν πάει στην καρδιά κάποιου ή στο αίσθημα του, γράφτηκε τσάμπα. Αν όμως, συναντήσει καρδιές ανθρώπων τότε έχει, ανάλογα τον άνθρωπο, μια χρησιμότητα, παρηγορητική, αποκαλυπτική, εκφραστική. Ένοιωθα ότι δεν μπορείς να κάνεις τραγούδι απευθυνόμενος στο ένα από τα δύο κυρίαρχα ένστικτα των ανθρώπων, που είναι οι σχέσεις, ο έρωτας. Το άλλο είναι η επιβίωση.
Δεν το συμπαθήσατε το ερωτικό τραγούδι.
Παρόλο που ο έρωτας είναι εξαιρετικά σημαντικός στη ζωή μας και εξομαλύνει τις σχέσεις μας, θεωρώ ότι δεν μπορεί να μονοπωλεί τη ζωή μας, να κυριαρχεί. Πόσες φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καθένας από εμάς, θα σκεφτεί το ταίρι του, την επιθυμία του; Λίγες. Τις υπόλοιπες; Στην Ελλάδα απογειώνουμε κυριολεκτικά το ερωτικό τραγούδι και τις φωνές που το εκφράζουν. Οικονομόπουλος, Βέρτης, Αργυρός…
Κάποτε κι ο Πάριος.
Ναι ο Πάριος. Το απογειώνουμε. Γιατί; Επειδή μας αφορά όλους. Εμένα με ενοχλεί ένας άνθρωπος με εξαιρετική φωνή ή ένας γράφων να μην κάνουν τίποτε άλλο παρά να τραγουδάνε ή να γράφουν μόνο για τον έρωτα. Ας πούμε ένα άλλο ένστικτο είναι αυτό της επιβίωσης. Σκέφτεσαι για παράδειγμα στα 17 σου πώς θα ζήσω, τι θα κάνω στη ζωή μου, πού θα φανώ χρήσιμος, πώς θα με ανταμείβουν. Η επιβίωση λοιπόν, ή η επαγγελματική πλευρά της ζωής που αγγίζει και το οικονομικό, δεν απασχόλησε κανέναν; Το άδικο των ανθρώπων μεταξύ μας; Το πώς φερόμαστε ο ένας στον άλλον, όχι μόνο στις ερωτικές αλλά και στις απλές σχέσεις ή τις επαγγελματικές, φιλικές, κοινωνικές;

photo: Νικηφόρος Ζυλάλης
Και το πολιτικό τραγούδι, να το εντάξουμε σε αυτό το κεφάλαιο;
Και εκεί δεν είμαι φίλος με την εξής έννοια: το να εντάσσεσαι κάπου, να μάχεσαι για αυτό, και να αγγίζεις επικινδύνως την εμμονικότητα, δεν είναι καλή ποιότητα για τους ανθρώπους. Είναι άλλο το να είμαι πολιτικοποιημένος, κι άλλο το να είμαι εμμονικά δεσμευμένος στην πολιτική μου σκέψη. Αυτό εγκυμονεί κινδύνους, ρήξεις, βάρβαρα πράγματα. Δεν διευκολύνει τη ζωή μας. Επειδή δηλαδή εσύ είσαι ΝΔ κι εγώ ΚΚΕ πρέπει να σφαχτούμε;
Το πηγαίνετε κομματικά τώρα.
Αυτή είναι η πολιτική σκέψη στην Ελλάδα, δεν έχει άλλη.
Εγώ όταν μιλάω για πολιτικό τραγούδι, έχω στο μυαλό μου για παράδειγμα την κληρονομιά του Θεοδωράκη, που είναι σημαντική.
Βεβαίως και είναι σημαντική κληρονομιά. Ο Θεοδωράκης όμως έχει γράψει και την «Όμορφη πόλη» και πολλά άλλα- όλο αυτό φτιάχνει τη σημαντικότητα του. Γενικά πάντως, για μένα είναι ενοχλητικό το μονόπλευρο, το εμμονικό. Έπειτα να πω και κάτι άλλο. Από την ώρα που εντάσσεσαι κάπου, υπογράφεις μια μελλοντική ρήξη. Δηλώνεις π.χ. είμαι χριστιανός, αριστερός, ολυμπιακός, Έλληνας, δεξιός. Με το που εντάσσεσαι, και μάλιστα με φανατισμό, ήδη έχεις υπογράψει τη μελλοντική σου ρήξη με ανθρώπους, καταστάσεις, συνθήκες. Αυτό δεν ταιριάζει σε εμένα που είμαι ένας άνθρωπος με ειρηνοποιές σκέψεις. Με ενοχλούσε πάντοτε ο,τιδήποτε άγγιζε ακρότητα. Μου αρέσει οι άνθρωποι να ζούνε όμορφα και γλυκά μεταξύ τους με όλες τις διαφορές τους.
Η τέχνη είναι μια άμυνα απέναντι στην ακρότητα;
Δεν ξέρω αν η τέχνη μιμείται τη ζωή ή η ζωή μιμείται την τέχνη γιατί έχουν γραφτεί, ειπωθεί και εκφραστεί πράγματα τα οποία δεν αποτύπωναν τη ζωή, έλεγαν κάτι πιο υπερβατικό. Κι όμως, έρχεται η ζωή σιγά σιγά και τα εφευρίσκει, τα ανακαλύπτει, εντάσσεται σε αυτή τη σκέψη, την αντίληψη. Νομίζω ότι η τέχνη είναι ένας υψηλός ψυχοθεραπευτικός τρόπος- το τραγούδι για μένα είναι σίγουρα.

Νοιώθετε τυχερός που βρήκατε τον δρόμο σας, το πώς να εκφράζετε τις σκέψεις και τα συναισθήματα σας. Θέλω να πω, υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν τρόπο να βγάλουν αυτό που έχουν μέσα τους.
Ακριβώς εκεί είναι η χρησιμότητα του ανθρώπου που φτιάχνει τραγούδια. Για παράδειγμα επειδή ένας άνθρωπος λόγω συνθηκών έπρεπε να αγωνίζεται καθημερινά απ’ τα δεκαπέντε του μέχρι σήμερα που είναι πενήντα, πιθανώς δεν είχε ούτε το χρόνο να μάθει πώς να πει στη γυναίκα του ότι την αγαπάει, τη σέβεται, την εκτιμάει. Κι όλο αυτό μένει μέσα του αλλά δε βγαίνει ποτέ να πάει απέναντι και αυτό είναι μια διπλή ζημιά: δεν το εισπράττει η γυναίκα του, δεν το εκφράζει ο ίδιος για να το μοιραστεί.
Μπορεί το αίσθημα όμως να εκδηλωθεί με μια ωραία χειρονομία, μια όμορφη πράξη.
Πιθανόν. Αλλά λέω ότι αυτή είναι η χρησιμότητα του καθημερινού μας τραγουδιού. Αυτή είναι η ψυχοθεραπευτική του ιδιότητα, ότι καταφέρνει και κάνει ανθρώπους να εκφράζονται μέσα από τη γραφή ενός άλλου ανθρώπου. Θα έχει τύχει να δείτε π.χ. σε κάποιο μουσικό πρόγραμμα ένα ζευγάρι όπου ο άντρας σκουντάει τη γυναίκα και της λέει «δικό σου». Της χαρίζει ένα τραγούδι γιατί δεν μπορεί να της πει αυτό που έχει να της πει. Μπορεί να το βαθαίνουμε πολύ και ίσως ακούγεται ότι έχει μια δόση υπεβολής, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Οπότε επιστρέφουμε σε αυτό που είπατε προηγουμένως, ναι είναι ένα δώρο να μπορείς να εκφράζεσαι. θα σας πω και το άλλο. Όπως συμπληρώνει τη ζωή μου ένας πολύ ρωμαλαίος άντρας που σηκώνει έναν μπουφέ και τον πηγαίνει από τον πρώτο στον δεύτερο όροφο, έτσι κι εγώ συμπληρώνω τη δική του ζωή με τα τραγούδια μου. Δίνουμε λύσεις ο ένας στον άλλον. Δεν είμαστε όλοι για όλα. Αλίμονο.
Γιατί υπογράψατε με ψευδώνυμο τραγούδια; Ήταν συμβιβασμός αυτά τα λαΐκά σουξέ; Μια έκπτωση;
Σκέψου μια γυναίκα που δεν έχει να θρέψει το παιδί της, είναι μόνη της, δεν έχει τυπικά προσόντα και πηγαίνει να δουλέψει καθαρίστρια σε μια πολυκατοικία. Κι αυτή είναι μια καλή εκδοχή. Η κακή είναι ότι μπορεί να βρεθεί σε έναν οίκο ανοχής. Αυτά δεν είναι συμβιβασμοί είναι με έναν τρόπο δοκιμασίες της ζωής. Όχι απαραίτητα αμυαλιές ή κακές επιλογές. Είναι παιχνίδια που μας παίζει η ζωή. Έγραψα με το ψευδώνυμο Τ. Κωστής γιατί έπρεπε να βελτιώσω την πιστωτική μου ικανότητα στους δημιουργούς, από εκεί πληρωνόμουν, να μπορέσω να βγάλω ένα δάνειο για να περάσει ένα δύσκολο χρονικό διάστημα.
Το βιώσατε δύσκολα; Ήταν βαρύ;
Καθόλου βαρύ. Απλώς είπα «τώρα πάω να καθαρίσω τις σκάλες», το κάνω με ευχαρίστηση και όσο πιο καλά μπορώ. Δεν έκλεψα, δεν κοροΐδεψα, δεν υποτίμησα. Απλώς εκείνα τα χρόνια δεν μπορούσα ως Κώστας που κάνει μπαλάντες να γράψω ένα λαΐκό τραγούδι. Δεν γίνεται για τους ανθρώπους που σε αγαπάνε ή που έχουν έναν φανατισμό. Και θα σε κυνηγήσουν μετά.
Νοιώσατε ότι θα το θεωρούσαν προδοσία;
Ακριβώς.
Το έχετε αγκαλιάσει όμως πλέον και αυτό το κομμάτι της δημιουργίας σας.
Ναι, δεν έχω πρόβλημα. Ούτε και τότε είχα. Απλώς για αυτές τις συνθήκες που ήταν έξω από μένα και πέρα από μένα, έπρεπε να βρω έναν τρόπο. Και προτίμησα αυτόν γιατί έκανα και άλλα πράγματα σε δίσκους, ήμουν μουσικός session, έπαιζα σε ηχογραφήσεις για να πληρωθώ ως μουσικός σε δίσκους άλλων. Η πιο δύσκολη περίοδος ήταν περίπου από το ’74 έως το ’78. Αλλά στη δική μας δουλειά είναι μεγάλο διάστημα τα τέσσερα χρόνια για να έχεις δυσκολίες. Τα «Απέραντα Χωράφια» βγήκαν το ’72, ακολούθησε το «Κυρίες και κύριοι» που έδωσε μια ανάσα, κι από εκεί και πέρα η κατρακύλα, που μεταφράζεται σε «δεν σε θέλουμε σε δουλειά, δεν είσαι ζητούμενο, δεν αγοράζουμε δίσκο σου, κάνεις παραστάσεις κι έχεις λίγο κόσμο, κ.τ.λ.».
Τι σήμαινε το «Άνθρωπε αγάπα» όταν το γράψατε στα δεκαεννιά σας;
Το «άνθρωπε αγάπα» είναι μια πολύ γλυκιά ευχή. Για να αγαπήσεις όμως, έναν άνθρωπο πρέπει να αγαπάς ολόκληρο το σύμπαν. Η ανθρώπινη αγάπη είναι περιορισμένη, ελλειπής, αποσπασματική, συγκυριακή.
Ποιά συνθήκη το γέννησε;
Όταν γράφεις δεν συνειδητοποιείς τι κάνεις. Αυτό μου συνέβη σε όλη μου τη ζωή. Είναι κυριολεκτικά ένα βράσιμο μιας χύτρας ταχύτητας. Έβραζα μέσα μου και άνοιγε η βαλβίδα. Δεν υπήρχε πλάνο.
Το έναυσμα όμως, κάτι πρέπει να ήταν.
Το έναυσμα ήταν το ότι είδα στην ταινία «Φράουλες και αίμα (1970, του Στιούαρτ Χάγκμαν), τον διωγμό των φοιτητών που έκαναν την πρώτη κατάληψη πανεπιστημίου στον κόσμο, στο Κολούμπια στην Αμερική, για να διαμαρτυρηθούν για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Οι φοιτητές αντιμετωπίζονταν ως ζωντανά, τους πέταξαν έξω με κλωτσιές, μπουνιές, γκλομπ. Ανθρώπους που καθιστικά τραγουδούσαν διαμαρτυρόμενοι.
Εσείς εξαρχής δηλώσατε ειρηνοποιός, κι αυτό φαίνεται στα κομμάτια σας. Έτσι προέκυψε και το περιστέρι σύμβολο των Poll;
Ε βέβαια. Έβλεπες έναν πόλεμο. Έλεγε ο Έλληνας «τι με αφορά τι γίνεται στο Βιετνάμ αφού είναι μακριά;» Δεν είναι μακριά, είναι στην πόρτα σου. Αυτό δεν το καταλαβαίνυμε. Σήμερα όταν ένας τρελαμένος άντρας, φτάνει στο σημείο να σκοτώσει την γυναίκα του, αυτό δεν συμβαίνει στην Αλεξανδρούπολη ή στην Κρήτη, είναι στην πόρτα σου. Δεν το φαντάζεσαι όμως. Αρχίζει να σε απασχολεί όταν πούνε «ένας μανιακός κυκλοφορεί στη γειτονιά μας». Θέλω να πω ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά, αν τη κοιτάξεις λίγο από ψηλά, έχει ελλείμματα, αλλοιώσεις, έχουμε φύγει από το φυσιολογικό μας γιατί κυριάρχησε ο φόβος, κυριάρχησε η ανάγκη της κυριαρχίας.
Μιλήσατε για πόλεμο. Έχετε γράψει τον στίχο. «Η γενιά μας έχει τόση ομορφιά/η χαρά μας δε μετριέται με λεφτά/τα παιδιά μας όπλα δε θα πιάσουνε στη γενιά μας/ ό, τι άδικο τ αλλάζουμε, τ’ αλλάζουμε». Η γενιά σας πάντως, και όπλα έπιασε και δεν το άλλαξε το άδικο.
Τίποτα, τίποτα… δεν καταφέραμε. Οι στίχοι είναι η ευγενής σκέψη ενός εφήβου που αισιοδοξεί ότι μπορεί. Γιατί; Επειδή κρίνει εξ ιδίων. Αλλά οι άνθρωποι δεν είναι έτσι. Και όλο αυτό είναι πλαστό, είναι ευχολόγιο.
Έχετε γράψει και το άλλο, σαν συνέχεια, στα «Απέραντα χωράφια»: «Τούτο τον κόσμο μικρός τον ενόμιζα αλλιώς/Τούτον τον κόσμο μικρός τον φαντάστηκα αλλιώς».
Ε αυτό είναι η συνειδητοποίηση. Είναι στίχος που έγραψα μετά τους «Poll».
Τον συγκεκριμένο στίχο πώς τον βιώσατε τότε στα εικοσιένα σας, και πώς τώρα στα εβδομήντα;
Μπαίνοντας στη ζωή τότε συνειδητοποιούσα ότι τίποτα έξω από εμένα δεν έχει σχέση με το μέσα μου. Όλα είναι αλλιώς. Αυτό είναι μια μεγάλη απογοήτευση. Γιατί, ξέρετε, ο καθένας από εμάς έχει μια αντίληψη για τον κόσμο, επομένως, ο καθένας από εμάς ζει σε άλλο κόσμο. Εξού και δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε οι άνθρωποι μεταξύ μας, παρά μόνο σε πολύ πεζά και απτά πράγματα, που είναι κοινά αποδεκτά. Σε όλα τα άλλα έχουμε διαφωνίες. Τσακωνόμαστε με τους φίλους, την οικογένεια, τον γείτονα, το αφεντικό, το κράτος, τον πλανήτη. Οι απογοητεύσεις ήρθαν πολύ νωρίς διότι, αισθανόμενος ότι η ζωή είναι ένα δώρο, έβλεπα ότι και το δώρο καταρρακώνεται και πετιέται στα σκουπίδια με συμπεριφορές, αντιλήψεις, πράξεις αλλά και ότι οι άνθρωποι δεν έχουν καμία ελπίδα να ευτυχήσουν. Αυτό αλλοιώνεται πολύ γρήγορα, από όταν είσαι παιδί με όσα ειπράττεις, καταγράφεις, ταξινομείς μέσα σου. Και αργότερα από τον νου σου, ο οποίος εφευρίσκει άμυνες και μεθόδους για να κοροΐδέψεις τον δάσκαλο, το ταίρι σου, την εφορία, και πάει λέγοντας. Αυτός ο κόσμος δεν ήταν ο κόσμος που ένοιωθα εγώ παιδάκι.
Δεν το άλλαξε η γενιά σας.
Ακριβώς, και το δεύτερο είναι ότι συνειδητοποιώ ότι κατά πολύ χειροτερέψαμε όλοι. Γιατί πονήρεψαν και οι πιο αθώοι από εμάς, αγρίεψαν και οι πιο καλοπραίρετοι, αλλοιώθηκαν και οι πιο έντιμοι. Κι αυτό το βλέπεις κάθε μέρα.
Μήπως οι έντιμοι και οι καλοί δεν αγρίεψαν, αλλά σιωπούν;
Μπορεί αλλά και η σιωπή ανοχή είναι.

Πείτε μου κάτι άλλο, πώς γίνεται να γράψατε τα «Απέραντα χωράφια» σε 2,5 ώρες.
Να σας πω τι έγινε. Έτσι γράφτηκε και το «Άνθρωπε αγάπα». Είπα πριν από λίγο ότι έπαιρνα το τετράδιο και την κιθάρα και έβγαινε το γράψιμο, χωρίς συγκεκριμένο σκοπό. Συνέβαινε επειδή έβραζα. Πώς βγάζεις μια κραυγή, «αχ», όταν πονάς; Πώς όταν διψάς πίνεις νερό και λέες «ουφ». Πώς σε έναν καύσωνα σου έρχεται ένα δροσερό αεράκι και βγάζεις ένα «α» ανακούφισης. Αυτό είναι το «βράζω μέσα μου». Συμβαίνει σε πάρα πολλούς ανθρώπους αλλά δεν είναι εύκολο στον καθένα να βρει έναν τρόπο και να το διοχετεύσει κάπου, να ανακουφιστεί, να απαλλαγεί. Αυτά που λέγαμε προηγουμένως. Πρέπει κάπως να βρεις τρόπο να το εκφράσεις, να γράψεις ένα γράμμα, να μιλήσεις με έναν φίλο, να πάρεις κάποιον τηλέφωνο. Η μοιρασιά ανάμεσα στους ανθρώπους είναι μεγάλη ευλογία, από τα ισχυρότερα ψυχοθεραπευτικά μέσα. Το ότι έχουν αυξηθεί στην εποχή μας οι καταθλίψεις σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν βγάζουν από μέσα τους αυτό που νοιώθουν, δεν το μοιράζονται-κι αυτό είναι μια κατάρα. Κι αν στην Μεσόγειο έχουμε μια αγάπη για το θέατρο και τη μουσική είναι ίσως επειδή ζητάμε ενστικτωδώς να μοιραστούμε μέσα από λόγια και πράξεις άλλων.
Πώς έγινε λοιπόν το βράσιμο στα «Απέραντα Χωράφια»;
Καταρχάς είμαστε ακόμα «Poll». Έχουν αρχίσει κάποιες διαφωνίες και τσουγκρίσματα, δεν πάει όμως, το μυαλό μου ότι αυτό θα είναι οδυνηρό. Όταν άρχισα να γράφω έχοντας το ερέθισμα «τούτο τον κόσμο τον μικρό τον ενόμιζα αλλιώς», απογοητεύσεις στην ουσία, ερχόταν κάτι άλλο, κάτω εκεί στα απέραντα που ήμουν ένα παιδάκι αθώο που νόμιζα ότι θα γινόμουν γεωργός, που νόμιζα ότι είμαι ελεύθερος, ότι είναι ένας ορίζοντας όμορφος, δεν ήταν έτσι… Έτσι βγήκε ο στίχος. Ξεκίνησα λοιπόν να γράφω και να παίζω και όταν κάποια στιγμή είπα φτάνει, είχα περίπου δέκα-δώδεκα μουσικά σχήματα και μελωδίες και δεκατρείς σελίδες στίχους. Κατάλαβα ότι δεν μπορούσε να πάει στράφι. Με ενοχλούσε η ιδέα ότι δε θα το μοιραστώ. Η επόμενη φάση είναι ότι οριστικοποιείται η διαφωνία του συγκροτήματος και πάμε για διάλυση και μένω με αυτές τις 13 σελίδες και τα μουσικά θέματα στην τσέπη χωρίς να ξέρω τι θα γίνουν αφού διαλύθηκαν οι «Poll». Η εταιρεία όμως, μας είπε ότι είμαστε δεσμευμένοι στα συμβόλαια και ατομικά. Τους είπα ότι θέλω να κάνω ένα μεγάλο τραγούδι με διάρκεια όσο ένας δίσκος. Υπόψιν ότι δεν είχα την επιθυμία να τραγουδήσω, για αυτό έδινα τα τραγούδια που έγραφα στον Σταύρο (Λογαρίδη) και στον Ρόμπι (Ουίλιαμς). Μου απάντησαν «μα αυτό που να το δώσουμε, ποιός θα πει ένα τραγούδι 35 λεπτά;» «Ναι, ξέρετε», συνέχισα, «δεν είναι μόνο αυτό, θέλει κι ένα συμφωνικό σύνολο εκτός από την μπάντα». Να μην τα πολυλογώ η πρώτη μέρα που συζητήσαμε ήταν απογοητευτική γιατί κατέληγαν ότι είναι μεγάλο το κόστος. Οι εταιρείες είναι επιχειρήσεις, δεν είναι υπουργείο Πολιτισμού. Όταν κάτι μοιάζει με ασύμφορη επένδυση το αποπέμπουν. Και την επομένη το πρωί με πήραν τηλέφωνο, με ήθελε ο διευθυντής, ο Νίκος Αντύπας-αργότερα κουμπάρος μου. Μου ζήτησε να του πω πώς το βλέπω και του εξήγησα ότι χρειάζεται έναν άνθρωπο να γράψει και να διευθύνει στην ηχογράφηση το συμφωνικό σύνολο. «Έχουμε», μου απάντησε, «τον Κώστα Κλάβα, αλλά να μαζέψουμε το κόστος». Τελικά λίγο πολύ μου έλεγε ότι θα το κάνουμε. Αυτός ο άνθρωπος, έμαθα μετά από χρόνια, αγαπούσε και εμπιστευόταν πολύ την γραφή μου. Αυτό το έξοδο-πληρώνεις ενορχηστρωτή, ένα συμφωνικό σύνολο, κ.α.- δε θα το έκανε για την Μαρινέλλα που ήταν μια μεγάλη οικονομική πηγή δισκογραφικά για την εταιρεία. Απογοητεύτηκα τελικά γιατί στον χρόνο τα «Απέραντα χωράφια» πούλησαν 2.500 δίσκους ενώ οι Poll 300.000. Να όμως, που μέσα στα χρόνια αυτός ο δίσκος, τα «Απέραντα χωράφια», έχει πουλήσει πάνω από 300.000, ήταν πάντα ζωντανός, με επανεκδόσεις. Ποτέ δεν πήγε στράφι αυτή η επένδυση. Θα ήταν μεγάλο μου απωθημένο εάν δεν τον είχα κάνει.
Αγαπούσα πάντοτε τον «Αχιλλέα απ’ το Κάιρο» αλλά όταν έμαθα ότι είναι γραμμένος για τον Γιώργο Μαρίνο, συγκινήθηκα πραγματικά. Θα μου πείτε την ιστορία του τραγουδιού;
Ο Μηνάς που αναφέρεται στο τραγούδι ήταν το ταίρι του Γιώργου τότε. Ο Γιώργος με αγαπούσε πολύ, με εκτίμηση, με σεβασμό. Και μάλιστα μου είχε πει «μην κοιτάς που είμαι ομοφυλόφιλος εγώ με τους συνεργάτες μου ποτέ δεν επιχειρώ κάτι». Ήθελε να εξηγηθεί. Μου έλεγε «όταν ανεβαίνεις στη σκηνή παρόλο που δεν κουνάς τίποτα, ούτε χέρια ούτε πόδια, εμένα με μαγεύεις μόνο με τα μάτια σου. Αυτό που λες το εννοείς». Αν θυμάμαι καλά συνεργαστήκαμε γύρω στο ’78 στη Μέδουσα. Όσο περνούσαν τα χρόνια, επειδή με εμπιστευόταν πάρα πολύ και με εκτιμούσε, λίγο πολύ έγινα ο εξομολόγος του. Με έπιανε καμιά φορά και μια αμηχανία διότι εγώ αυτή τη ζωή δεν την κατανοούσα, δεν ήταν δικιά μου. Προσπαθούσα πάντα να τον συνδράμω σε ό,τι τον προβλήματιζε, ή ερχόταν ανάποδα. Και είχα πάντα μια αίσθηση ότι είναι πιο σημαντικό να ενισχύσεις έναν άνθρωπο που ζει μια άλλη ζωή από εσένα, παρά τον όμοιο σου.
Πάντως, το ότι πρότεινε, όταν του δώσατε το τραγούδι, να το πείτε εσείς κι όχι αυτός, ήταν τελικά καθοριστικό για την πορεία του τραγουδιού.
Μου είχε πει ότι δεν έχει νόημα να υπερασπίζεται τη ζωή του, τον εαυτό του, ότι φαίνεται σαν δικαιολογία, κι ότι το τραγούδι θα είχε νόημα εάν το έλεγα εγώ.
Όντως σας παρακίνησε η εικόνα της μητέρας του στην κουίντα;
Ναι. Εκείνη τη στιγμή ο Γιώργος έλεγε μια εκπληκτική μπαλάντα, που ήταν πεζό- τραγούδι, πεζό-τραγούδι και διηγείτο τη ζωή ενός παιδιού στην επαρχία, πιθανότητα με ιδιαιτερότητες που δεν ήταν όμως, σαφές. Το ρεφρέν της παρλάτας που κρατούσε 6-7 λεπτά έλεγε «την αγάπη, που δεν την έχω». Όταν είδα την μάνα του δακρυσμένη, τη στιγμή που έλεγε αυτή τη φράση, έπαθα σοκ. Το παθαίνω αυτό με τους ανθρώπους. Μπορώ να γίνω ο απέναντι. Ένοιωσα ότι αυτή η μάνα και έπνιγε έναν καημό και αγαπούσε το παιδί της πολύ και όλο αυτό το μαγείρεμα μες στην ψυχή της ήταν ένα ξεσήκωμα, μια ταραχή. Έτσι βγήκε ο στίχος «θα μπορούσαν να είναι παιδιά σου». Επαναλαμβάνω ότι ό,τι δεν εκφράζουμε οι άνθρωποι είναι χειροβομβίδα έτοιμη να σκάσει, πρέπει να το βγάλουμε, να το μοιραστούμε για όλους τους λόγους. Και επειδή λυτρωνόμαστε εμείς, και επειδή παρηγορούνται ή λυτρώνονται άλλοι, και επειδή συνειδητοποιούν άλλα πράγματα από αυτά που έχουν ως πάγια αντίληψη. Κι αυτός είναι κι ο λόγος που θεωρώ ότι το τραγούδι στην καλή του εκδοχή είναι ψυχοθεραπευτικό.

Το τραγούδι στην μητέρα του Μαρίνου λειτούργησε ως αγκαλιά, ως παρηγοριά; Το συζητήσατε;
Δεν ξέρω. Δεν το συζητήσαμε ποτέ. Απλώς ο Γιώργος το αγαπούσε το τραγούδι πολύ. Την χρονιά δε που το έλεγα στη «Μέδουσα», που δουλεύαμε μαζί, υπήρχε το εξής φαινόμενο: όλος ο εξώστης και τα πίσω πίσω καθίσματα ήταν γεμάτα από ομοφυλόφιλους- αυτό δεν είχε ξανασυμβεί σε προηγούμενα σόου του Γιώργου. Το χαιρόταν πολύ και μου έλεγε «είδες που στα έλεγα εγώ, ότι εσύ πρέπει να το πεις;». Παίχτηκε πολύ στους πειρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς-ήταν απαγορευμένο στο δεύτερο πρόγραμμα, την ΕΡΤ.
Πείτε μου μια ιστορία που δεν έχετε πει, για ένα τραγούδι, μια συνεργασία.
Βρέθηκα με πάρα πολλούς ανθρώπους τους οποίους αγαπούσα για το χάρισμα τους, τον καθένα για άλλους λόγους. Οφείλω να πω ότι εάν αυτός με τον οποίο βρισκόμουν είχε μια υψηλή εκτίμηση από εμένα και αγάπη για αυτό που κάνει, η συνεύρεση ήταν και συγκινητική. Θέλω να πω ότι τέτοιες στιγμές είναι πολλές, να ανακαλέσω ας πούμε την συνεργασία με τον Κραουνάκη στα «Ντουέτα», το πώς είπαμε τον «Αχιλλέα απ’ το Κάιρο», ήταν συγκινητικό. Όλη η διαδικασία που βρεθήκαμε, ηχογραφήσαμε, μιλήσαμε, είχε μαγικές στιγμές. Στον ίδιο δίσκο κάναμε το «Κυρίες και κύριοι» με τον Χάρη Κατσιμίχα, ο οποίος ήρθε στο στούντιο στις 6 το απόγευμα και μπήκαμε να τραγουδήσουμε στις 12 τα μεσάνυχτα.
Τι κάνατε ή μάλλον τι λέγατε τόσες ώρες;
Μιλούσαμε. Μου έλεγε ότι έμαθε να γράφει από εμένα, ότι με αγαπάει, με εκτιμάει. Το να ακούς τέτοια λόγια από ανθρώπους που αγαπάς και των οποίων τη δουλειά σέβεσαι, είναι κάτι που δεν μεταφέρεται στην καθημερινότητα, αλλά το χαίρεσαι γιατί είναι ανάταση ψυχής. Ευλογήθηκα πολλές φορές με τέτοια δώρα.

Photo: Νικηφόρος Ζυλάλης
Την αποδοχή του κόσμου την έχετε εισπράξει. Την αποδοχή από το σινάφι σας;
Απολύτως. Μοναδική. Θα πω ένα δείγμα, που είναι και άγνωστο περιστατικό, συνέβη πριν από πολλά χρόνια. Θέλει να φύγει από το συνδικαλιστικό μας όργανο των τραγουδιστών, την Ερατώ, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο οποίος έκανε τότε την πρώτη του θητεία ως μέλος του ΔΣ. Είμαστε με τον Μαρίνο και την Τσανακλίδου στην Κρήτη για παραστάσεις. Ο Βασίλης εκείνο τον καιρό είναι ζευγάρι με την Τάνια και πολλές φορές εκεί που βρισκόμαστε μιλάνε μεταξύ τους στο τηλέφωνο. Μια μέρα μου λέει η Τάνια «έλα σε θέλει ο Βασίλης», κι αυτός μου είπε το εξής: «επειδή εγώ δε θα είμαι στο επόμενο ΔΣ, δεν βάζω υποψηφιότητα, σε έβαλα υποψήφιο και πλαστογράφησα την υπογραφή σου». Λέω αμέσως «τι δουλειά έχω εγώ; Δεν ξέρω τίποτα». «Μην με εκθέσεις, έχω βάλει την υπογραφή σου», απάντησε ο Βασίλης. Έτσι μπήκα στον συνδικαλισμό πρώτη φορά. Βγήκα τέταρτος στις εκλογές, κάτι που δεν περίμενα. Ένοιωθα ότι αυτό το ανυπεράσπιστο είδος που λέγεται τραγουδιστής και που κουβαλάει μια «αφέλεια» σε εισαγωγικά- και το λέω σεμνά και με καλή διάθεση, είναι ο τζίτζικας που τραγουδάει, δεν είναι μέρμυγκας- κουβαλάει λοιπόν μια σχετική αφέλεια, ένα δώρο που πρέπει να έχει τη σοφία πώς θα το χρησιμοποιήσει. Αυτό κέρδισε όλο μου το ενδιαφέρον. Αγωνίστηκα πολύ για τον χώρο, πολλά χρόνια, από πολλά πόστα. Βρέθηκα κάποια στιγμή να είμαι πρόεδρος και στο σωματείο και στον εισπρακτικό φορέα των τραγουδιστών την ίδια περίοδο. Δούλεψα πολύ για αυτόν τον χώρο, ακόμα και για το συγγενικό δικαίωμα- είμαι από τους ανθρώπους που ξεκίνησαν τη διαδικασία για να το έχουμε στην Ελλάδα ενώ το έχει όλη η Ευρώπη, για να μην πω όλος ο κόσμος.
Δεν έχω κάτι άλλο να σας ρωτήσω. Θέλετε εσείς να προσθέσετε κάτι;
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η ζωή μου είναι γεμάτη, με τα πάνω και τα κάτω, με τις χαρές και τις απογοητεύσεις. Αν έχω μια χαρά στα χρόνια που ευλογούμαι να ζω τώρα, είναι ότι τίποτε δεν πήγε χαμένο, τίποτε δεν πήγε για πέταμα, ακόμα και οι κακές στιγμές, ακόμα και οι απογοητεύσεις. Όλα αυτά με βοήθησαν να είμαι αυτό που είμαι. Καλώς έγινε ό,τι έγινε στην πορεία. Χρησιμοποιώ συχνά τη λέξη «ευλογημένος» γιατί δεν το λέμε συχνά, δεν είναι εύκολο. Είμαι όμως, ευλογία να έρθουν τα πράγματα.