One Battle After Another: Τώρα αλήθεια αμφιβάλλουμε για το αν είναι η κορυφαία της χρονιάς;

One Battle After Another: Τώρα αλήθεια αμφιβάλλουμε για το αν είναι η κορυφαία της χρονιάς;

Τις τελευταίες 2 εβδομάδες, μία είναι η ταινία που συζητιέται παγκοσμίως και στην Ελλάδα έχει κόψει κοντά 40.000 εισιτήρια σε λιγότερο από δύο εβδομάδες κυκλοφορίας: το One Battle After Another του Πολ Τόμας Άντερσον με τον Λεονάρντο ΝτιΚάπριο να πρωταγωνιστεί, μαζί με τις Τεγιάνα Τέιλορ, Σον Πεν, Chase Infiniti, Ρετζίνα Χολ και Μπενίσιο ντελ Τόρο.

Αυτό που υποστηρίζεται για την ταινία, είναι πως ή που θα ενθουσιαστεί αυτός που θα τη δει σε βαθμό να τη θεωρήσει την καλύτερη της χρονιάς, ή που θα τη μισήσει και θα τη θεωρήσει «πατάτα».

Σε γενικές γραμμές, ο καθείς έχει δικαίωμα να εκτιμήσει ένα έργο τέχνης με όποιον τρόπο θέλει. Δεν είναι κουτός αυτός και έξυπνοι εμείς. Και στις ταινίες αυτό είναι πιο έντονο, διότι έχουν μεγαλύτερη αμφισημία. Οπότε, υπάρχουν, εννοείται, ταινίες που μισοί θα τις θεωρήσουν αριστούργημα και οι άλλοι μισοί «σαπίλα». Το είδαμε να συμβαίνει έντονα για την ταινία Babylon του Ντέιμιαν Σαζέλ που κατέληξε να είναι «Χρυσό Βατόμουρο» για αρκετούς, ενώ για εμάς ήταν και παραμένει μια πάρα πολύ καλή ταινία. Το ίδιο συνέβη και με το Megalopolis του Φράνσις Φορντ Κόπολα.

Τώρα αλήθεια αμφιβάλλουμε για το αν είναι αυτή η κορυφαία ταινία της χρονιάς και υποψήφια για Νο1 της δεκαετίας;

Κι ενώ σε αυτά τα δύο παραδείγματα καταπίνουμε την αντίδρασή μας και κατανοούμε γιατί μπορεί σε κάποιον να μην αρέσει, για το One Battle After Another, δε μπορούμε να βρούμε ούτε ένα επιχείρημα. Το εύρος στο οποίο αποδεχόμαστε να κινηθεί το κοινό είναι μεταξύ του «πολύ ωραία ταινία» και «η καλύτερη ταινία της χρονιάς, μη σας πούμε και της δεκαετίας». Προς το δεύτερο κλίνουμε. Δεκαετία εννοούμε από το 2020 και μετά, όσο έχει τρέξει ως τώρα. Ε, όσες ταινίες σκεφτούμε σε αυτά τα 5 χρόνια, το One Battle After Another δεν το ξεπερνούν.

Το σημείο υπεροχής της ταινίας είναι, πέρα από κάποιες σκηνές που αφήνουν αποτύπωμα στο σινεμά, όπως αυτή της καταδίωξης στο φινάλε στον δρόμο που έχει απότομες κλίσεις, είναι ότι βλέπεις σπουδαίες ερμηνείες. Κατά σειρά δικής μας προτίμησης, Σον Πεν, Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Τεγιάνα Τέιλορ, Μπενίσιο ντελ Τόρο, ερμηνεύουν λες και παραδίδουν σεμινάριο method acting. Έχουν βυθιστεί στον ρόλο τους, έχουν πάρει μια κατεύθυνση για τα χαρακτηριστικά που έχει ο ρόλος τους, από μικρές λεπτομέρειες μέχρι ουσιώδη στοιχεία και δίνουν το κάτι πολύ παραπάνω στην ταινία.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Tanweer Greece (@tanweergreece)


Για ένα φιλμ που αγγίζει τις 3 ώρες, είναι επίτευγμα που έχει κόψει μόνο στην Ελλάδα σχεδόν 40.000 εισιτήρια και στο παγκόσμιο box office είναι λίγο πάνω από τα 50 εκατομμύρια δολάρια έσοδα. Τέτοιες ταινίες σπάνια γίνονται κερδοφόρες. Κι αυτή, ίσως το καταφέρει πολύ οριακά. Με συνολικό κόστος στα 200 εκατομμύρια, θα χρειαστεί πουσάρισμα για να πάει στα 250-300. Αλλά θα έχει δεύτερη ευκαιρία, διότι οι οσκαρικές υποψηφιότητες θα της δώσουν ώθηση για το 2026, για να την ξαναδούμε στις θερινές αίθουσες τότε.

Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί δεν είναι αυτοί που θα την κρίνουν. Όταν μιλάμε για τέχνη, δε γίνεται να τη μπλέκουμε με την ύλη, με το χρήμα. Κατακερματίζοντας το φιλμ του Άντερσον εις τα εξ ων συνετέθη, θα βρούμε μια άψογη κινηματογράφιση με vintage κάμερες που ορίζουν τα χρώματα, τη φωτογραφία, έχουμε άρτιο μοντάζ, σενάριο, σκηνοθεσία, ερμηνείες. Ε, τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Κι είναι μια ιστορία που, αν και γράφτηκε πριν αναλάβει εκ νέου ο Τραμπ την κυβέρνηση, είναι τόσο επίκαιρη ως προς όλα της. Και σε πιάνει από τα πρώτα λεπτά από τον γιακά με το μαύρο της χιούμορ και την εξέλιξή της.