Στις «Μικρές Ανάσες» είδαμε ένα κορίτσι που ξέρουμε
Το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Αμέρισσας Μπάστα πιάνει τον παλμό μιας ολόκληρης γενιάς, αλλά χάνεται κάπου στον δρόμο.
Περιεχόμενα
Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό σινεμά μοιάζει να αγαπάει τις ιστορίες ενηλικίωσης λίγο περισσότερο. Τα καθημερινά και μονότονα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε βρίσκουν τον δρόμο τους προς τη μεγάλη οθόνη όλο και πιο συχνά, συνθέτοντας την εικόνα του τι σημαίνει να είσαι νέος αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, να δουλεύεις σε μια δουλειά που δεν σου αρέσει και να δυσκολεύεσαι να τα βγάλεις πέρα, να έχεις τάσεις φυγής από το περιβάλλον και την οικογένειά σου, να δημιουργείς μικρές οάσεις αλληλοϋποστήριξης με τους κοντινούς σου ανθρώπους («Οι Άγριες Μέρες Μας», «Αρκουδότρυπα»). Κάπως έτσι στήνονται και οι «Μικρές Ανάσες», το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Αμέρισσας Μπάστα.
Η Λένα είναι μια εικοσάχρονη που δουλεύει σε ένα σούπερ μάρκετ, ζει ακόμη στο πατρικό της, όπου ο πατέρας της ενθαρρύνει την περίεργη δυναμική ανάμεσα σε εκείνη, τη μετανάστρια μητριά της και τον νεαρό ετεροθαλή αδελφό της και βγαίνει με τον συναισθηματικά απόμακρο Αργύρη, έναν εξωτερικό συνεργάτη. Όταν το μαγαζί ξαφνικά αλλάζει διεύθυνση και γίνεται μέρος μιας μεγάλης αλυσίδας καταστημάτων, η Λένα απολύεται και τα όνειρά της για ανεξαρτητοποίηση αναβάλλονται επ’ αόριστον. Μια απρόσμενη εγκυμοσύνη θα τη βάλει στη διαδικασία να αναλογιστεί αν θα κρατήσει το παιδί, προκειμένου να κρατήσει τη δουλειά της και θα τη φέρει αντιμέτωπη με μια νέα σειρά από δυσκολίες.

Όπως μια ολόκληρη γενιά
Ίσως το ισχυρότερο χαρτί της ταινίας είναι η απόλυτα ρεαλιστική αποτύπωση της νεανικής επισφάλειας. Η Λένα ζει μια καθημερινότητα που μας είναι ήδη οικεία εξαιτίας του βιώματος του να μεγαλώνεις στη σημερινή Αθήνα. Από το ένα πρόβλημα στη λύση που γεννά ακόμη περισσότερα: η στριμωγμένη διαβίωση που οδηγεί σε οικογενειακές εντάσεις στο πατρικό θα μπορούσε να λυθεί σε έναν κόσμο που ο κατώτατος μισθός θα εξασφάλιζε την.. πολυτέλεια της ενοικίασης ενός σπιτιού. Στον ίδιο κόσμο, η νόμιμη διεκδίκηση της επαναπρόσληψης λόγω της εγκυμοσύνης της θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απόφαση να κρατήσει το παιδί. Η σύγχυση της πρωταγωνίστριας μπροστά στα αλλεπάλληλα αδιέξοδα είναι αυτή που δίνει μορφή στο κοινωνικοπολιτικό ζήτημα το οποίο πραγματεύονται οι «Μικρές Ανάσες», πιάνοντας τον παλμό μιας ολόκληρης γενιάς.
Φιλόδοξα γεμάτο πιάτο
Στον αντίποδα, το σενάριο της ταινίας δίνει την εντύπωση πως γεμίζει το πιάτο του με περισσότερες θεματικές απ’ όσες έχει τον χρόνο να αναπτύξει. Στην προσπάθεια να μας παρουσιάσουν ένα αυθεντικό στιγμιότυπο της καθημερινότητας, οι «Μικρές Ανάσες» μας φέρνουν αντιμέτωπους με τη στεγαστική και οικονομική κρίση, την προβληματική αντιμετώπιση στο εργασιακό περιβάλλον, τον ρατσισμό, τον σεξισμό, τον σχολικό εκφοβισμό. Ενώ η ασφυκτική ατμόσφαιρα της ταινίας είναι πειστική από την πρώτη στιγμή, υπάρχει μια διαρκής επανάληψη και επίταση της πίεσης που δέχεται η Λένα από κάθε πλευρά, η οποία τελικά καταλήγει να αδικεί τόσο την εξαιρετική ερμηνεία της Ελίνας Τσιορμπατζή («Τσουλάκια»), όσο και τις «Μικρές Ανάσες» στο σύνολό τους.
Όπως και να ‘χει, μπορούμε να εκτιμήσουμε την τρυφερότητα με την οποία η Μπάστα μας παρουσιάζει ένα κορίτσι που θα μπορούσε να μένει στη γειτονιά μας, που αντιμετωπίζει το μέλλον με δικαιολογημένη αβεβαιότητα και έχει ανάγκη λίγη από αυτή την προαναφερθείσα αλληλεγγύη. Δεν είμαστε οι μόνοι, αφού η ταινία απέσπασε τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (δύο εκ των οποίων ήταν βραβεία κοινού), τον περασμένο Νοέμβριο και πέντε υποψηφιότητες στα φετινά βραβεία Ίρις.

