Εισαγωγή στον queer κινηματογράφο

Εισαγωγή στον queer κινηματογράφο

Ο queer κινηματογράφος έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την εποχή που ετεροφυλόφιλοι ή closeted ηθοποιοί έπρεπε να απαντήσουν σε ερωτήσεις του στιλ «πώς ήταν να φιλάς έναν άλλον άντρα;» χωρίς να διαμαρτύρονται. Σήμερα, προσωπικότητες-σύμβολα όπως ο Ίαν ΜακΚέλεν, ο Έλιοτ Πέιτζ, η Κρίστεν Στιούαρτ και ο Κόλμαν Ντομίνγκο κάνουν κάτι παραπάνω από αισθητή την παρουσία τους στο σύμπαν του Χόλιγουντ (και όχι μόνο), συμμετέχοντας σε νέες προσθήκες του queer σινεμά και ταυτόχρονα αναλαμβάνοντας μία μεγάλη γκάμα διαφορετικών ρόλων, χωρίς να έχουν τίποτα να κρύψουν σε σχέση με την σεξουαλικότητά τους. 

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις





Πρόσθεσε το Exodos στη Google

Οι queer δημιουργοί έχουν συμβάλει σημαντικά στον κινηματογράφο εδώ και πολλές δεκαετίες, ακόμα και όταν το να ανήκεις στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα ήταν παράνομο και επικίνδυνο. Για σκηνοθέτες (Αϊζενστάιν, Μουρνάου, Κιούκορ, Βισκόντι ή την πρωτοπόρο Ντόροθι Άρζνερ) και ηθοποιούς (Μάρλεν Ντίτριχ, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Μάρλον Μπράντο), το σινεμά ήταν πάντα ένας χώρος queer έκφρασης, με φανερό ή πιο “υπόγειο” τρόπο, που όμως είχε την ίδια τεράστια επιρροή στην κουλτούρα όπως την γνωρίζουμε. Η queer παρουσία ήταν εκεί, σε όλες της τις εκφάνσεις, από την αρχή των ταινιών, με υπονοούμενα, ανατρεπτικές κινηματογραφικές παραλλαγές, κοστούμια, σκηνικά και όραμα. Ο Μπράντο φορώντας ένα εφαρμοστό μπλουζάκι στο «Λεωφορείο: Ο Πόθος» – αυτός είναι ο ΛΟΑΤΚΙ+ κινηματογράφος. Η Τζούντι Γκάρλαντ τραγουδώντας «The Man That Got Away» στο «Ένα Αστέρι Γεννιέται» – αυτός είναι ο ΛΟΑΤΚΙ+ κινηματογράφος.

Σταδιακά, οι ανοιχτά queer δημιουργοί κατάφεραν να ξεπεράσουν το κατώφλι του mainstream και να παράγουν φιλμ με πρωταγωνιστές τις εναλλακτικές σεξουαλικότητες και ταυτότητες, προς όφελος μιας πρόσφατα ελεύθερης κοινότητας. Πρωτοπόροι όπως ο Κένεθ Άνγκερ, η Σαντάλ Άκερμαν, ο Τζον Γουότερς, ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και ο Ντέρεκ Τζάρμαν άνοιξαν το δρόμο για την νέα γενιά κινηματογραφιστών και γύρισαν το καινούργιο κεφάλαιο της ιστορίας του queer σινεμά.

Η ακόλουθη επιλογή ταινιών έχει σκοπό να σε συνοδέψει σε ένα σύντομο ταξίδι της δύσκολης αλλά ταυτόχρονα ένδοξης πορείας του queer κινηματογραφου, σε μία εποχή όπου η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα απολαμβάνει την μεγαλύτερη αποδοχή από ποτέ στο mainstream σινεμά αλλά ταυτόχρονα κινδυνεύει από οπισθοδρομικές κυβερνήσεις και την άνοδο οπισθοδρομικών αντιλήψεων. Οι παρακάτω ταινίες μας υπενθυμίζουν πως η τέχνη είναι αντίσταση, υπερηφάνεια, θάρρος και, φυσικά, πολιτική.

«Καμπαρέ» (1972)

Με την πλοκή να λαμβάνει χώρα στο Βερολίνο της δεκαετίας του ’30, το «Cabaret» εξερευνά με ιδιαίτερη τόλμη θέματα σεξουαλικής ρευστότητας, με έναν bisexual πρωταγωνιστή (Μπράιαν), μια πολυσυντροφική σχέση και μια παρακμιακή, ηδονιστική υποκουλτούρα, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται η μεθυστική ερμηνεία της Λάιζα Μινέλι. Σκηνοθετημένο από τον Μπομπ Φόσι και βασισμένο στα γραπτά του, ανοιχτά ομοφυλόφιλου, συγγραφέα Κρίστοφερ Ίσεργουντ, το «Καπμπαρέ» θεωρείται φιλμ-σταθμός για τον queer κινηματογράφο, ενώ (δυστυχώς) η άνοδος του φασιστικού καθεστώτος που στοιχειώνει το σενάριο μοιάζει ανησυχητικά γνώριμη.

Το 2005 δεν είναι τόσο μακριά στο παρελθόν, όμως τότε εξακολουθούσε να θεωρείται κακή επαγγελματική κίνηση για έναν αστέρα του κινηματογράφου να υποδυθεί έναν gay χαρακτήρα. To ιστορικό του Χόλιγουντ εκείνη την εποχή ήταν κάκιστο στο να προβάλει queer ερωτικές ιστορίες με το ίδιο βάθος όσο οι ετεροφυλόφιλες, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις δεν το έκρινε σκόπιμο να ασχοληθεί καν. Έτσι λοιπόν, η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της Άνι Προυλ από τον Ανγκ Λι είναι ακόμα πιο σημαντική, καθώς τόσο εκείνος όσο φυσικά και οι δύο πρωταγωνιστές (Τζέικ Τζίλενχαλ και Χιθ Λέτζερ) κατάφεραν να μετατρέψουν μια τρυφερή ιστορία μεταξύ δύο ασφυκτικά καταπιεσμένων αδελφών ψυχών σε μια mainstream, τεράστια κινηματογραφική επιτυχία που προτάθηκε για Όσκαρ. Το «Brokeback Mountain» σε κάνει να νιώθεις την κάθε στιγμή που μοιράζονται οι χαρακτήρες του με λαχτάρα, αγωνία και έκσταση.

Το μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ μεταφέρεται στον κινηματογράφο από τον σκηνοθέτη Τοντ Χέινς επικεντρώνεται σε δύο γυναίκες – την παντρεμένη socialite Κάρολ (Κέιτ Μπλάνσετ) και την νεαρή πωλήτρια Τερέζ (Ρούνι Μάρα) με την οποία είναι ερωτευμένη. Οι δυο τους είναι τόσο περιορισμένες μέσα στο status quo του 1950 που σχεδόν μπορείς να δεις τα κουτάκια στα οποία αναγκάζονται να μείνουν κλεισμένες. Αυτό βέβαια σημαίνει και ότι μπορείς να νιώσεις τον ηλεκτρισμό στα βλέμματα που διαρκούν μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω, στα κρυφά χαμόγελα που μάταια προσπαθούν να συγκρατήσουν, στο υπόγειο φλερτ που ανταλλάσσουν όσο βρίσκονται στο δικό τους, ρομαντικό σύμπαν. Ένα αυθόρμητο road trip τους δίνει την ελευθερία να εξερευνήσουν την επιθυμία τους, απολαμβάνοντας την ιδιωτικότητα διάφορων δωματίων ξενοδοχείου, μέχρι που ένα άγριο διαζύγιο αναγκάζει την Κάρολ να επιστρέψει στην closeted πραγματικότητα. Αυτό θα έπρεπε να είναι το τραγικό τέλος της ιστορίας αλλά το «Carol» κάνει ζιγκ εκεί που περιμένεις να κάνει ζακ: σε μια εποχή όπου ο λεσβιακός έρωτας όχι μόνο αποφεύγεται αλλά τιμωρείται ενεργά, η Κάρολ και η Τερέζ τολμούν να διεκδικήσουν την ευτυχία τους.

«Το Πορτρέτο Μιας Γυναίκας που Φλέγεται» (2019)

Πόσο πάθος κρύβεται σε μία μόνο ματιά; Είναι ένα ερώτημα που θέτει ξανά και ξανά η εξαιρετική ταινία της Γαλλίδας σεναριογράφου-σκηνοθέτη Σελίν Σιάμα, καταγράφοντας έναν καυτό, αν και αρκετά υπόγειο, έρωτα μεταξύ μιας νεαρής ζωγράφου, της Μαριάν, και του «θέματός» της, της Ελουίζ, η οποία πρόκειται να παντρευτεί σύντομα. Η δεύτερη δεν επιθυμεί να καθίσει για το γαμήλιο πορτρέτο της, μιας και αρνείται κατηγορηματικά να παντρευτεί, και έτσι είναι καθήκον της Μαριάν να την πείσει. Μια αρχική ένταση μεταξύ τους μετατρέπεται σε άσβεστη επιθυμία, και το φιλμ χρησιμοποιεί το υποβλητικό του σκηνικό – ένα απομακρυσμένο νησί του 18ου αιώνα – για να δημιουργήσει μια συναρπαστική ατμόσφαιρα απαγορευμένου πάθους. Βλέπε να μαθαίνεις, «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμεραλντ Φένελ. Η ταινία οδηγείται ίσως ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε στην πρόσφατη ιστορία του κινηματογράφου και αξίζει πολλαπλές προβολές.

«Moonlight» (2016)

Η δεύτερη ταινία του Μπάρι Τζένκινς, είναι ένα σπαρακτικά τρυφερό πορτρέτο της πολύ δύσκολης ζωής ενός νεαρού μαύρου άνδρα που μεγάλωνε ως ομοφυλόφιλος σε μία φτωχική γειτονιά του Μαϊάμι. Παρουσιάζεται σε τρεις πράξεις- εποχές της ζωής του πρωταγωνιστή και αντιπαραβάλλει στιγμές απίστευτης τρυφερότητας μεταξύ ανδρών με ωμή βία και εκρήξεις αυθόρμητης σκληρότητας. Μόνο και μόνο η αισθητική αυτού του φιλμ θα μπορούσε να του είχε χαρίσει το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Αλλά το γεγονός ότι εστίασε σε έναν τρόπο ζωής που τόσο συχνά παραβλέπεται, και σε μία πραγματικότητα όπου τα εμπόδια για να ζήσει κανείς ανοιχτά ως ομοφυλόφιλος άνδρας είναι όσο το δυνατόν υψηλότερα, το «Moonlight» άλλαξε τα δεδομένα του queer κινηματογράφου.

«Η Υπηρέτρια» (2016)

H ταινία του Παρκ Τσαν-Γουκ αποτελεί παράδειγμα μιας όμορφης, δραματικής, απελευθερωτικής queer ιστορίας που εκτυλίσσεται στο ένα παρελθόν που μάλλον δεν υπήρξε ποτέ. Βασισμένο σε ένα σύγχρονο μυθιστόρημα βικτωριανού σκηνικού, το «Handmaiden» είναι εξαρχής απαλλαγμένο από κάθε περιττή επίφαση «ιστορικής ακρίβειας» και μπορεί έτσι να επικεντρωθεί σε μία συναρπαστική πλοκή που δεν έχει σχέση με τα ταμπού της διαφορετικής σεξουαλικότητας. Πρόκειται για ένα θρίλερ εκδίκησης που εξερευνά μια περίπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ φύλου, τάξης και εθνικότητας, με την πλοκή να ακολουθεί τον απροσδόκητο έρωτα μεταξύ δύο γυναικών από διαφορετικά υπόβαθρα που εμπλέκονται στα σχέδια ενός απατεώνα. Οι δυο τους καταφέρνουν να ανατρέψουν την κυρίαρχη ανδρική εξουσία και να αψηφήσουν τους άκαμπτους κανόνες της ετεροκανονικότητας, της εθνικότητας και της τάξης.

«Ευτυχισμένοι Μαζί» (1997)

Το χαρακτηριστικό πλάνο της ζαλιστικής, μεθυστικής ιστορίας αγάπης του Γουόνγκ Καρ Βάι— το κεφάλι του Λέσλι Τσέουνγκ ακουμπισμένο στον ώμο του Τόνι Λιουνγκ, καθώς ο τελευταίος κοιτάζει τον εραστή του με έναν συνδυασμό ανησυχίας και επιφυλακτικότητας — μας δίνει αμέσως μια αίσθηση της δυναμικής αυτού του ζευγαριού. Δεν μπορούν να ζήσουν ο ένας με τον άλλον, δεν μπορούν να ζήσουν ο ένας χωρίς τον άλλον και κανένας από τους δύο δεν μπορεί να αντέξει την τοξικότητα που απειλεί την σχέση τους. Έτσι αποφασίζουν να κάνουν ένα road trip στην Αργεντινή, αλλά γρήγορα μαθαίνουν πως δεν μπορείς να ξεφύγεις από έναν χωρισμό όσα χιλιόμετρα κι αν οδηγήσεις. Γεμάτο από το χαρακτηριστικό ονειρικό στυλ του σκηνοθέτη, η ταινία δίνει στην ιστορία αγάπης των δύο χαρακτήρων την ίδια ρομαντική, pop-narcotic ένταση που έχουν και τα προηγούμενα φιλμ του (complimentary). Παρόλο που οι λογοκριτές του Χονγκ Κονγκ ήθελαν να αφαιρέσουν τη σκηνή σεξ στην αρχή του φιλμ, τελικά άφησαν το όραμά του Καρ Βάι ανέπαφο. Πρόκειται για μια γλυκόπικρη κινηματογραφική ματιά στο amour fou που συνεχίζει να προβάλλεται στο μυαλό σου και μετά το τέλος της.

«Paris Is Burning» (1990)

Το ντοκιμαντέρ της Τζένι Λιβινγκστον με πρωταγωνιστή την ball σκηνή της 80s Νέας Υόρκης είναι πορτρέτο ενός πολύ λαμπερού σταθμού στην ιστορία της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, ο οποίος άναψε αλλά και έσβησε πολύ γρήγορα. Μέσα από γυρίσματα επτά ετών, η Λίβινγκστον αποτύπωσε τη δημιουργικότητα, τη ζωντάνια και το δράμα των drag balls του Χάρλεμ, φέρνοντας παράλληλα μια ολόκληρη αισθητική και λεξιλόγιο («shade», «vogueing», «realness») στο mainstream (και straight) κοινό. Κατέγραψε την άνθιση μιας υποκουλτούρας για τις επόμενες γενιές, και υπογράμμισε τις ιστορίες των ανθρώπων πίσω από αυτή -οι περισσότεροι μαύροι και Latinx- των οποίων οι ζωές συχνά διακόπτονταν τραγικά απότομα.

«Να Με Φωνάζεις Με Το Ονομά Σου» 2018

Τοποθετημένη στους καταπράσινους λόφους και τους όμορφα διακοσμημένους διαδρόμους μιας βίλας στη Βόρεια Ιταλία του 1983, η ταινία καταγράφει την σεξουαλική αφύπνιση του 17χρονου Έλιο (Τιμοτέ Σαλαμέ), ο οποίος γοητεύεται από τον μεγαλύτερο Όλιβερ (Άρμι Χάμερ), τον φοιτητή που μοιάζει με Έλληνα θεό και μετακομίζει στο εξοχικό του για το καλοκαίρι. Τα φλερτ τους είναι παιχνιδιάρικο και εθιστικό, η τελική τους ένωση τόσο χαρούμενη και ξέγνοιαστη όσο μια μέρα του Αυγούστου. Κοινό και κριτικοί παρασύρθηκαν από τον ρομαντισμό – καθιστώντας την ταινία μια βραβευμένη επιτυχία και χρίζοντας τον Σαλαμέ, του οποίου η ερμηνεία είναι γεμάτη πρώιμη γοητεία και συναίσθημα, έναν γνήσιο σταρ της εποχής.

«Το Δικό Μου Αϊντάχο» 1991

Το «gay hustler indie» μπορεί τώρα να μοιάζει με είδος-κλισέ για το Sundance, αλλά μέχρι η τρίτη ταινία του Γκας Βαν Σαντ να κυκλοφορήσει στις αίθουσες και να «ρίξει» το κοινό στον απομονωμένο κόσμο της αμερικάνικης street κουλτούρας, κανείς δεν είχε γυρίσει ένα φιλμ που να ασχολείται με το θέμα, συνδυάζοντας αλληγορία με απροκάλυπτη ειλικρίνεια. Ο Ρίβερ Φοίνιξ υποδύεται τον Μάικ Γουότερς, έναν ναρκομανή νεαρό άνδρα που πουλάει το σώμα αλλά όχι και την ψυχή του. Ο Κιάνου Ρηβς υποδύεται τον Σκοτ Φέιβορ, τον φτωχό μορφονιό που σύντομα θα γίνει πλουσιόπαιδο και αντικείμενο του πόθου του Μάικ. Το σενάριο είναι εν μέρει μια σαιξπηρική διασκευή του Ερρίκου Δ’ και, αφού απορρίφθηκε από τα στούντιο ξανά και ξανά, ο Βαν Σαντ έκανε cast δύο straight ηθοποιούς, προκειμένου να κάνει την αβαντ γκαρντ ταινία του θελκτική σε κάθε είδους κοινό. Δεν δίστασε να τη γεμίσει με καλλιτεχνικά κοντινά πλάνα και ασυνήθιστα παγωμένα καρέ (αυτές οι σκηνές σεξ με soundtrack ένα γερμανικό ποπ τραγούδι σίγουρα έχουν αφήσει το στίγμα τους). Ωστόσο, είναι οι τρυφερές, σπαρακτικές στιγμές μεταξύ των δύο που πραγματικά έχουν σημασία.

«Η Ζωή της Αντέλ» 2013

Η πρώτη queer ταινία που κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, συνοψίζει μεγάλο μέρος των κοινωνικών αλλαγών που παρατηρήθηκαν ήδη σε αυτήν τη λίστα. Στον πυρήνα της το «Η Ζωή Της Αντέλ» είναι μία αρκετά απλή ιστορία ενηλικίωσης η οποία κυρίως εξερευνά το πώς μπορούμε να χτίσουμε μέρος της ταυτότητάς μας μέσω της σεξουαλικότητας και των σχέσεων. Παρόλα αυτά, οι συζητήσεις και τα debates που προκάλεσε το φιλμ του Αμπντελατίφ Κεσίς είναι ίσως πιο ενδιαφέροντα από το ίδιο του το δημιούργημα, με μεγάλο μέρος του queer κοινού να κατηγορεί την ταινία (και συγκεκριμένα τις ερωτικές σκηνές) ότι γυρίστηκαν με σκοπό να αρέσουν στους straight θεατές ενώ άλλοι τόσοι να υποστηρίζουν πως είναι πάντα μία νίκη για την κοινότητα όταν μια ταινία σαν την συγκεκριμένη γίνεται τόσο δημοφιλής.

«The Watermelon Woman» 1996

Η ταινία-ντεμπούτο της Σέριλ Ντάνιε ακολουθεί μια επίδοξη σκηνοθέτη κα υπάλληλο video club (την οποία υποδύεται η ίδια) που προσπαθεί να «κυνηγήσει» την ιστορία της Φαε Ρίτσαρντς, μιας ξεχασμένης Αφροαμερικανίδας ερμηνεύτριας της δεκαετίας του ’30, γνωστής μόνο ως «Watermelon Woman». Είναι, από πολλές απόψεις, μια σοβαρή προσπάθεια ανάκτησης της κληρονομιάς μιας ολόκληρης γενιάς περιθωριοποιημένων και παραμελημένων μαύρων δημιουργών, για να μην αναφέρουμε τις γυναίκες δημιουργούς και τους closeted σταρ του κινηματογράφου (η κύρια συνεργάτιδα της Ρίτσαρντς ήταν μια σκηνοθέτης, η οποία ήταν και ερωμένη της). Αλλά είναι επίσης μια θορυβώδης, ρομαντική, ανεξάρτητη ταινία για τη σχέση μεταξύ του χαρακτήρα της Ντάνιε και μιας πελάτισσας του video club, καθώς και ένα πορτρέτο της κοινότητας των «sapphic sisters» της Φιλαδέλφειας. Σαρκαστική, αναπολογητική, πρωτότυπη και άξια να βρίσκεται στη λίστα μας.

«Οδός Μαλχόλαντ» 2001

H θρυλική ταινία του Ντέιβιντ Λιντς είναι ένα lesbian film και θα πεθάνω σε αυτόν τον λόφο! Το «Mulholland Drive» χρησιμοποιεί πολλά κινηματογραφικά κλισέ για να αποδομήσει υποθέσεις σχετικά με την queer ταυτότητα και το κάνει με τον πιο σουρεαλιστικό και ονειρικό τρόπο. Αν και ορισμένοι κριτικοί της ταινίας υποστηρίζουν ότι τελικά κυριαρχεί η ετεροκανικότητα, ο Λιντς ξετυλίγει τα όρια του χωροχρόνου για να αμφισβητήσει τη μία, μοναδική πραγματικότητα και τα straight δεδομένα (pun intended). Αν αναλύσουμε περαιτέρω το φιλμ μέσω queer θεωριών, εύκολα θα καταλάβουμε ότι μία μοναδική, υποτιθέμενα σωστή ανάγνωση της πλοκής δεν είναι απαραίτητα αυτή που υπερισχύει. Η προσέγγιση της ταινίας από μια queer οπτική προσφέρει την ευκαιρία, τόσο στον δημιουργό όσο και στον θεατή, να εκτιμήσουν τα νεονουάρ στοιχεία που επιτρέπουν στους χαρακτήρες την queer επιθυμία μέσω της άρνησης ενός ενιαίου εαυτού. Επίσης, η ερωτική σκηνή μεταξύ Ναόμι Γουάτς και Λόρα Χάρινγκ είναι ό,τι πιο χοτ.

Πολλοί είναι όσοι πιστεύουν ότι τα περισσότερα σύγχρονα κινηματογραφικά μιούζικαλ έχουν μια ποιότητα «κονσέρβας»: μια γυαλιστερή, τεχνητή σχεδόν λάμψη που διαστρεβλώνει το αρχικό υλικό, δηλαδή το θεατρικό έργο. Και μετά υπάρχει η διασκευή του καλτ, off-Broadway μιούζικαλ από τον Τζον Κάμερον Μίτσελ, η οποία παρακολουθεί τα σκαμπανεβάσματα στη ζωή ενός genderqueer ατόμου από το Ανατολικό Βερολίνο, το οποίο μετά από μια αποτυχημένη επέμβαση αλλαγής φύλου, μετακομίζει στην Αμερική και γίνεται glam-rock ντίβα. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Μίτσελ διατηρεί την ακατέργαστη, πανκ ατμόσφαιρα της παράστασης και μαζί, ένα έντονο πνεύμα και ευφυΐα. Το«Hedwig and the Angry Inch» εξερευνά με φανταστικό τρόπο τα όρια της ταυτότητας φύλου και της αγάπης προς τον εαυτό, σε έναν κόσμο που συχνά δεν δίνει τίποτα πίσω.

Ο Πορτογάλος σκηνοθέτης Ζοάο Πέντρο Ροντρίγκες δεν μας «χαρίζεται» καθόλου στο ντεμπούτο του, στο οποίο ένας ρακοσυλλέκτης από τη Λισαβόνα προσπαθεί να αποφύγει την ερωτική προσοχή μιας συναδέλφου ενώ παράλληλα λαχταρά έναν μυστηριώδη μοτοσικλετιστή. Όταν όμως δεν δουλεύει, ψάχνει τον επόμενο εραστή της μίας νύχτας – και οι προτιμήσεις τους για το rough trade, την ερωτική ασφυξία, τα φετιχιστικά ενδύματα και τις 50 αποχρώσεις του kink μπορεί να μην είναι για όλους. Ωστόσο, η περίεργη γοητεία του Ροντρίγκες με αυτό το κρυπτογράφημα σε κάνει να μην μπορείς να κοιτάξεις αλλού, ειδικά δεδομένου του ταλέντου του σκηνοθέτη να συνδυάζει το διεστραμμένο με το τρυφερό και το βαθύ – ένας κριτικός περιέγραψε την ταινία ως «Το XXX συναντά τον υπαρξισμό», κάτι που την συνοψίζει στο έπακρον.

Το «Pink Flamingos», αυτή η άσκηση ακραίας κακογουστιάς, ανέβασε τον πήχη για τους μελλοντικούς shock artists και τον underground κινηματογράφο. Μέσα από ταμπού, εικόνες gay υποκουλτούρας, κοφτερή ειρωνεία και μια εκλεπτυσμένη camp αισθητική το «Pink Flamingos» κατάφερε να είναι τόσο shocking που κυκλοφόρησε στο ευρύ κοινό μία δεκαετία αφού δημιουργήθηκε. Είναι πολύ διασκεδαστικό και παράξενα αξιαγάπητο, αλλά ταυτόχρονα είναι σχεδόν αδύνατο να το παρακολουθήσεις χωρίς κάποια στιγμή να βάλεις τα χέρια σου στα μάτια σου με τρόμο. Και αυτό ακριβώς είναι το αποτέλεσμα στο οποίο αποσκοπούσε ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τζον Γουότερς. «Για μένα, η κακογουστιά είναι το νόημα της ψυχαγωγίας», λέει σε ένα από τα απομνημονεύματά του, με τίτλο «Shock Value». «Αν κάποιος κάνει εμετό βλέποντας μια από τις ταινίες μου, είναι σαν να σηκώνεται όρθιος και να χειροκροτά».

Το δραματικό φιλμ του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Άντριου Χέιγκ συχνά ονομάζεται το γκέι «Before Sunrise», μια σύγκριση που αποτελεί ταυτόχρονα κομπλιμέντο – όπως και η ταινία του Λινκλέιτερ, περιστρέφεται γύρω από τη δύναμη της συζήτησης και την απόλαυση της παρατεταμένης παρέας κάποιου – και ελάττωμα, καθώς δεν αποδίδει σωστά τα δυνατά σημεία της συγκεκριμένης ταινίας. Πρόκειται για μία universal ιστορία του «σωστού ατόμου την λάθος στιγμή», μια πλοκή που είναι απροκάλυπτα ρομαντική και ειπωμένη εδώ με ένα όμορφα λιτό και παρατηρητικό ύφος. Αλλά είναι επίσης και μια πολύ συγκεκριμένη ιστορία γκέι έρωτα, με τους δύο άνδρες να μοιράζονται εμπειρίες από προηγούμενα ραντεβού, φόβους για το coming out, κοινωνικές πιέσεις, ανασφάλειες και ιδέες που μιλούν άμεσα για την queer εμπειρία του 21ου αιώνα.

«But I’m a Cheerleader» 1999

Για πολλά millenial κορίτσια και θηλυκότητες, η Νατάσα Λυόν σε αυτήν την ταινία ήταν η γκέι αφύπνισή τους. Αλλά πέρα ​​από την προσωπική νοσταλγία του καθενός, το «But I’m a Cheerleader» αντέχει στον χρόνο χάρη στην τολμηρή, σατιρική του προσέγγιση στο conversion therapy (δηλαδή την ψευδοεπιστημονική ψυχολογική πρακτική που επιδιώκει την αλλαγή του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου), την κριτική της στα άκαμπτα έμφυλα πρότυπα και την άρνησή της να τιμωρήσει τους queer χαρακτήρες της. Συνδυάζει το camp και το κοινωνικό σχόλιο με τρόπο που λίγες ταινίες του είδους έχουν καταφέρει, χρησιμοποιώντας υπερ-κοριτσίστικη αισθητική για να υπογραμμίσει τον παραλογισμό της ετεροκανονικότητας. Με ένα (σπάνιο για την εποχή του) happy end, θρυλικό καστ και οπτικά εφέ που εξακολουθούν να είναι άμεσα αναγνωρίσιμα σήμερα, το «But I’m a Cheerleader» συνεχίζει να έχει απήχηση στις νέες γενιές και παραμένει απαραίτητη προβολή.

«Angels in America» 2003

Το θεατρικό έπος του Τόνι Κούσνερ, που διαδραματίζεται εν μέσω της κρίσης του AIDS στην Αμερική, μεταφέρεται στην μικρή οθόνη σε μορφή εξάωρης ταινία ή mini series από τον σκηνοθέτη Μάικ Νίκολς. Οι ερμηνείες είναι εκπληκτικές: ο Αλ Πατσίνο ως ο άρρωστος Ρόι Κον, ο Τζέφρι Ράιτ ως ο οξυδερκής γκέι νοσοκόμος που τον φροντίζει. Η Μαίρη-Λουίζ Πάρκερ ως μια νοικοκυρά που πίνει χάπια, παντρεμένη με έναν closeted Μορμόνο. H Έμμα Τόμσον ως ένας αγέρωχος (και μερικές φορές θρασύς) άγγελος και η Μέριλ Στριπ εμφανίζεται σε τέσσερις ρόλους, συμπεριλαμβανομένου του φαντάσματος της Έθελ Ρόζενμπεργκ. Το έργο μας γυρίζει πίσω σε μια εποχή που το AIDS ακόμα ονομαζόταν η «γκέι πανούκλα». Ωστόσο, τα μηνύματά του «Angels In America» για την πολιτική διαφθορά, τη μισαλλοδοξία, τις ανέσεις και τους περιορισμούς της πίστης, την ανθρώπινη ικανότητα τόσο για αγάπη όσο και για προδοσία, ταιριάζουν σε κάθε εποχή.

Σχετικά άρθρα