Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ: «Ήταν φοβερό να βλέπω τον Γουίλεμ Νταφόε να χορεύει το ζεΐμπέκικο της Ευδοκίας»
Συναντήσαμε τον Ισπανό σκηνοθέτη με αφορμή το «Πάρτι γενεθλίων» την ταινία που γυρίστηκε στην Ελλάδα και βγαίνει στις αίθουσες τις 2 Ιουλίου και μιλήσαμε για την συνεργασία του με τον Αμερικανό σταρ, τον Ωνάση και τους ... αρχαίους βασιλιάδες.
Ο Ισπανός σκηνοθέτης Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ έχει μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τη χώρα μας, που σε νούμερα, συνοψίζεται σε τρεις ταινίες γυρισμένες, ανάμεσα σε άλλα μέρη, και στην Ελλάδα και μάλιστα, σε τελείως διαφορετικούς μεταξύ τους τόπους, στην Κέρκυρα, τη Νίσυρο και τα Γρεβενά. Ξεκινώντας από το τέλος, που ήταν και η αφορμή της συνάντησης μας, ο Χιμένεθ είναι ο σκηνοθέτης του «Πάρτι γενεθλίων» που βγαίνει στις αίθουσες στις 2 Ιουλίου από την «Rosebud 21», μια παραγωγή της «Heretic» του Γιώργου Καρναβά που γυρίστηκε (και) στην Κέρκυρα, και έχει έναν μεγάλο άσο στο μανίκι, τον σπουδαίο ηθοποιό Γουίλεμ Νταφόε. Το σενάριο βασίζεται στο μπεστ σέλερ βιβλίο του Πάνου Καρνέζη «Πάρτι γενεθλίων» («Ελληνικά Γράμματα»). Πριν από λίγα χρόνια, το 2019, ο Χιμένεθ είχε γυρίσει στην τόσο φημισμένη για την ενέργεια της, Νίσυρο την ισπανοελληνική συμπαραγωγή «Παράθυρο στη θάλασσα» μια ερωτική ιστορία με πρωταγωνιστές την Έμα Σουάρεζ (την «Julieta» του Αμοδόβαρ) και τον Ακύλλα Καραζήση. Ενώ ακόμα πιο πίσω, στο μακρινό 2005 είχε ταξιδέψει με τον Θόδωρο Αγελλόπουλο στους τόπους γυρισμάτων της ταινίας του «Μέγας Αλέξανδρος» για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ «A place in the cinema», ένα κινηματογραφικό δοκίμιο που είχε θέμα την επιρροή του Πιερ Πάολο Παζολίνι.
Η κουβέντα μας βέβαια, «κύκλωσε» τη νέα του ταινία, το «Πάρτι γενεθλίων» το οποίο έχει στην καρδιά της ιστορίας του που εκτυλίσσεται τη δεκαετία του ’70 έναν μεγιστάνα, πανίσχυρο και αδίστακτο. Ελέγχει τα πάντα γύρω του, από τα καράβια του μέχρι τη ζωή της μοναχοκόρης του, Σοφία. Είναι ο Μάρκος Τιμολέον (Νταφόε) και τον συναντάμε στο πάρτι γενεθλίων της κόρης του, την οποία υποδύεται Βικ Κάρμεν Σόνε, η ηθοποιός που γνωρίσαμε από την πολύ καλή σουηδική ταινία «Το κορίτσι με τη βελόνα». Στο ιδιωτικό του νησί καταφτάνουν διάφοροι πανίσχυροι φίλοι του για την μεγάλη βραδιά και ενώ όλοι πίνουν, χορεύουν και διασκεδάζουν, ο Μάρκος Τιμολέον παίρνει μια απόφαση ερήμην της κόρης του για να ελέγξει το μέλλον το δικό της και της περιουσίας της. Στο καστ βρίσκουμε ακόμα τον Τζο Κόουλ, που γνωρίσαμε από τους «Peaky Blinders» και τους δικούς μας, Χρήστο Στέργιογλου, Αντώνη Τσιοτσιόπουλο και Έλσα Λεκάκου.
Είναι η δεύτερη ταινία που γυρίζετε στην Ελλάδα μετά το «Παράθυρο στη θάλασσα» που έγινε στην Νίσυρο.
Ναι, αλλά θα σας πω και κάτι ακόμα, ήμουν βοηθός σκηνοθέτη σε ένα ντοκιμαντέρ που κάναμε το 2005-2006, λεγόταν «A place in the cinema» σε σκηνοθεσία του Αλμπέρτο Μοράις και εμφανιζόταν στην ταινία ο Τεό Αγγελόπουλος. Έτσι είχα την ευκαιρία να έρθω στην Ελλάδα και να κάνω μαζί του γυρίσματα, πήγαμε στα μέρη όπου γύρισε την υπέροχη ταινία του «Μέγας Αλέξανδρος», βόρεια, στα Γρεβενά. Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία στην Ελλάδα. Μετά σκηνοθέτησα την ταινία «Παράθυρο στη θάλασσα» με παραγωγό τον Γιώργο Καρναβά της εταιρείας «Heretic» με τον οποίο έχουμε πάρα πολύ καλή σχέση. Αυτός μου πρότεινε το «Πάρτι γενεθλίων». Θυμάμαι και πότε μου είπε την ιδέα του, όταν κάναμε γυρίσματα στη Νίσυρο για το «Παράθυρο στη θάλασσα» όπου έχουν θέματα με την ξηρασία, δεν βρέχει συχνά, αλλά μια μέρα ξεκίνησε βροχή και σκεφτόμουν τότε ότι πρέπει να το εκμεταλλευτούμε και να έχουμε κάποια πλάνα με βροχή που ίσως χρησιμοποιήσουμε στην ταινία, εκείνη τη μέρα λοιπόν ο Γιώργος μου είπε ότι θέλει να μου μιλήσει για μια ωραία ιστορία- είχε αγοράσει τα δικαιώματα του βιβλίου. Δυό χρόνια αργότερα αναπτύχθηκε το σενάριο με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο και δουλέψαμε μια νέα εκδοχή του σεναρίου με τον Γιώργο.

Photo: Θοδωρής Μάντζαρης
Ποιά ήταν η πρώτη σας αντίδραση όταν διαβάσατε το βιβλίο; Πώς σας είχε φανεί η ιστορία;
Θυμάμαι ότι στην αρχή αναρωτήθηκα πώς θα αναπαραστήσω την ατμόσφαιρα γύρω από τόσο πλούσιους ανθρώπους με τους οποίους δεν έχω καμία σχέση. Μετά άρχισα να αγαπάω τον Μάρκο Τιμολέον, αποφάσισα να μην τον μισήσω και να προσπαθήσω να τον καταλάβω, αποφάσισα ότι κάνει αυτά που κάνει με κίνητρο την αγάπη αλλά με έναν φρικτό και εγωιστικό τρόπο. Πιστεύω όμως, ότι στο άρρωστο μυαλό του προσπαθούσε να κάνει καλά πράγματα μέσα από την δική του διαστρεβλωμένη οπτική. Κάπως έτσι άρχισα να καταλαβαίνω λίγο καλύτερα την ιστορία αυτή όπου όλοι εκμεταλλεύονται τους πάντες, υπάρχει κακοποίηση και μια πολύ τοξική ατμόσφαιρα, αλλά όλο αυτό ήταν πολύ ενδιαφέρον.
Είπατε ότι κάνατε μια επιλογή, να αγαπήσετε τον χαρακτήρα του Μάρκου. Αυτό φαίνεται στην ταινία γιατί δεν τον κρίνετε απλά αφηγείστε μια ιστορία.
Δεν μου αρέσει αυτός ο χαρακτήρας αλλά μου φάνηκε πιο ενδιαφέρον να «προχωρήσω» μαζί του παρά να ξεκινήσω δείχνοντας ότι είναι ένας κακός τύπος που κάνει φρικτές πράξεις.
Το βιβλίο έχει και ένα δεύτερο μέρος με πολλά φλάς μπακ της ζωής του Μάρκου Τιμολέοντος. Εσείς γιατί αποφασίσατε να επικεντρωθείτε αποκλειστικά στην βραδιά του πάρτι γενεθλίων της κόρης του;
Όντως και αυτό που μου άρεσε περισσότερο στο βιβλίο είναι τα φλας μπακ, όλες αυτές οι ιστορίες που λέει ο συγγραφέας Πάνος Καρνέζης για το παρελθόν του Μάρκου, τα παιδικά χρόνια στην Σμύρνη, στην Ανατολή. Αλλά έπρεπε να μείνουμε κάπου συγκεντρωμένοι στην ταινία, κι αυτό ήταν το παρόν, δηλαδή η βραδιά του πάρτι. Πήρα όμως, κάποιους χαρακτήρες που είχε φτιάξει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και τους έφερα πιο κοντά μου, ας πούμε ο χαρακτήρας του Κώστα μου άρεσε πολύ. Τον έπαιξε ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος- ωραία φιγούρα, σοβαρός, με το μουστάκι του. Στην προηγούμενη εκδοχή του σεναρίου ήταν κάπως σαν σκλάβος του Μάρκου, δεν είχε τόση δύναμη. Τον άλλαξα αυτόν τον χαρακτήρα κάτι για το οποίο είμαι πολύ περήφανος και έδειξα να ξεκινάει μια ιδιαίτερη σχέση με τον Τζο Κολ, τον δημοσιογράφο της ιστορίας. Για μένα ήταν πολύ σημαντικοί οι δευτερεύοντες χαρακτήρες. Το διασκέδασα πολύ το «παιχνίδι» μαζί τους.

Διαβάζοντας το στόρι της ταινίας κάποιος μπορεί να νομίσει ότι είναι ένα οικογενειακό δράμα, όμως είναι πολύ πιο σύνθετη και θίγει το θέμα της αλαζονείας της εξουσίας.
Ναι υπάρχουν πολλά επίπεδα. Ένας τέτοιος πατέρας πάντως, θα μπορούσε να βρίσκεται και σε μία φτωχή οικογένεια. Καμιά φορά πιάνω τον εαυτό μου να προβληματίζεται, έχω τρεις κόρες, και σκέφτομαι ότι με την μικρή, την Αλίθια που είναι δώδεκα χρονών, ίσως είμαι παραπάνω πιεστικός, δεν την αφήνω να πηγαίνει μόνη της στο σχολείο, ίσως είμαι πιο φοβισμένος και φαίνεται ότι την ελέγχω περισσότερο σε σχέση με τα άλλα δύο παιδιά μου που τους δίνω μεγαλύτερες ελευθερίες. Η παρουσία ενός τέτοιου πατέρα, του τύπου αρσενικού που λέει ότι εγώ ξέρω τι είναι καλό για το παιδί μου και πρέπει να το ελέγξω για να το προστατεύσω, νομίζω ότι αυτό είναι το πιο βασικό από όλα τα θέματα που θέτει η ταινία. Είναι όπως όταν ρίξεις μια σταγόνα νερό σε ένα μεταξένιο ύφασμα κι αρχίζει να εξαπλώνεται, κάπως έτσι είναι η αρρενωπότητα του Μάρκου Τιμολέοντος. Είναι γοητευτικός, είναι παίκτης και ξέρει πώς να παίζει με τους γύρω του.
Ποια ήταν η πραγματική πρόκληση για εσάς; Φαντάζομαι και η αναπαράσταση της εποχής ήταν ένα μεγάλο στοίχημα.
Η βασική πρόκληση για εμένα ήταν να συμπεριφερθώ σωστά και να κουμαντάρω όλους τους ανθρώπους γύρω μου γιατί ήταν πολλοί. Το καλό ήταν ότι είχα πολύ χρόνο να προετοιμάσω την ταινία και έκανα όλα τα γυρίσματα και των extra, των κομπάρσων, το πάρτι. Προετοίμασα τα πάντα. Ήταν μεγάλη ομάδα, ηθοποιοί από διάφορες χώρες και ένας σταρ σαν τον Γουίλεμ Νταφόε. Στην αρχή ήμουν φοβισμένος, επομένως η πρόκληση ήταν να συμπεριφερθώ σωστά μπροστά σε τόσους πολλούς ανθρώπους που με κοίταζαν συνεχώς ή με έκριναν και ένας από αυτούς ήταν ο απίστευτος αυτός καλλιτέχνης, ο Γουίλεμ. Ήταν δύσκολα αλλά νομίζω ότι τα κατάφερα.
Πώς ήταν να δουλεύετε με έναν σταρ τέτοιου μεγέθους;
Ήταν πολύ άμεσος και ευθύς, μου έλεγε εάν κάτι δεν του άρεσε ή εάν θεωρούσε ότι έπρεπε να γίνει αλλιώς και αυτό με βοηθούσε πάρα πολύ γιατί καμιά φορά μπορεί μια σκηνή να έβγαινε υπερβολικά μελοδραματική και ειδικά σε αυτό προσπαθούσε να με βοηθήσει. Και μπορώ να πω ότι μάλλον ήταν ο πιο εύκολος άνθρωπος απ’ όλους πάνω στη δουλειά γιατί ήταν συνέχεια εκεί από τη στιγμή που ετοιμάζαμε την κάμερα. Θέλω να πιστεύω ότι κι εγώ έμαθα κάτι.
Είναι πάντως, και τραγικό πρόσωπο ο Μάρκος Τιμολέον. Αντιμετωπίσατε την ιστορία σαν τραγωδία;
Για μένα είναι σαν ένας παγκόσμιος αρχαίος βασιλιάς. Στην έναρξη της ταινίας ήθελα συμβολικά να έχω έναν πομπώδη ήχο σαν τον ήχο τρομπέτας ώστε να παραπέμπει σε μεσαιωνικό βασιλιά, τελικά βάλαμε ένα φοβερό ελληνικό πνευστό. Ήθελα να παρουσιάσω αυτό τον άνθρωπο σαν έναν ισχυρό Έλληνα βασιλιά.

Photo: Θοδωρής Μάντζαρης
Στη σκηνή του ζεΐμπέκικου ο Γουίλεμ Νταφόε μοιάζει με φιγούρα αρχαίας τραγωδίας.
Για μένα ήταν μια πολύ ιδιαίτερη σκηνή γιατί γνωρίζω ότι είναι ένας πολύ σημαντικός χορός για την Ελλάδα και θέλαμε να τον προσεγγίσουμε με σεβασμό αλλά να τον κάνουμε και δικό μας. Στην ταινία ακούγεται ένα ζεΐμπέκικο που έγραψε ο Γιώργος Δημάκης αλλά οι πρόβες έγιναν με την πολύ διάσημη μουσική του ζεΐμπέκικου της Ευδοκίας. Το λατρεύω. Η χορογράφος, η Ευαγγελία Ράντου, έκανε πολλές πρόβες με τον Γουίλεμ. Ήταν φοβερό να τον βλέπω να δουλεύει πάνω σε αυτό, να το παίρνει σοβαρά, να κάνει τόσες πρόβες τις κινήσεις του, να χορεύει το ζεΐμπέκικο της Ευδοκίας. Και ήταν ξεκάθαρο για μένα το πώς θα κάνω το γύρισμα αυτής της σκηνής, με κοντινά, να προσπαθήσω να δείξω την σκοτεινιά του. Είχα και καταπληκτικό διευθυντή φωτογραφίας, τον Γιώργο Κουτσαλιάρη.
Είχατε στο μυαλό σας ότι είναι μια ιστορία που ίσως έχει κάποια σχέση, έστω ότι είναι εμπνευσμένη από υπαρκτό πρόσωπο, τον Αριστοτέλη Ωνάση;
Ίσως στην αρχή να είχα στο μυαλό μου τον Ωνάση ως αναφορά αλλά το ξέχασα πολύ γρήγορα. Ο Γουίλεμ για παράδειγμα επέμενε πολύ στο ότι δεν ήθελε να υποδείξει κάποιον, ήθελε να το κάνει πολύ δικό του, να φτιάξουμε το δικό μας σύμπαν, να μην προσπαθήσουμε να αντιγράψουμε κάτι. Για μένα δεν έχει σχέση ο Ωνάσης.
Σκεφτόμουν ότι σήμερα ζούμε στην εποχή όπου μεγιστάνες, για παράδειγμα από τον χώρο της τεχνολογίας, επιδεικνύουν με έπαρση τα πλούτη και την ισχύ τους και ότι δεν προσπαθούν να κρύψουν ότι επηρεάζουν πολιτικές αποφάσεις.
Ναι παλιότερα ήταν πιο «καλυμένα» αυτά, πιο κρυφά, πιο διακριτικά. Ο Κίσινγκερ έκανε φρικτά πράγματα αλλά δεν τα ανακοίνωνε, δεν έλεγε δημοσίως, για παράδειγμα, ότι θα αλλάξει την κυβέρνηση στη Χιλή. Τώρα τα ανακοινώνουν.
Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο Athens Capital Suites.