Μια αστική περιπλάνηση μέσα από τον φακό του Δημήτρη Κλεάνθη
Μια συζήτηση με τον γνωστό φωτογράφο για το προσωπικό έργο του και την πρωταγωνιστική θέση που κατέχει σε αυτό η Αθήνα.
Η πρώτη μου επικοινωνία με τον Δημήτρη Κλεάνθη έγινε το καλοκαίρι του 2023 εν μέσω της προσπάθειας έκδοσης του «Athens’ Polykatoikias 1930-1975», ένα βιβλίο με κείμενα του Γερμανού αρχιτέκτονα Kilian Schmitz-Hübsch και φωτογραφίες του Δημήτρη Κλεάνθη με θέμα την τυπολογία της αθηναϊκής πολυκατοικίας. Το βιβλίο γνώρισε μεγάλη απήχηση και ενέτεινε το ενδιαφέρον για τη μελέτη της πολυκατοικίας και τις ποικίλες προεκτάσεις της.

Το έργο του Κλεάνθη, βέβαια, εμπνέεται από την Αθήνα και το αστικό της τοπίο ήδη από το 2007 με την πρώτη του προσωπική δουλειά με τίτλο Athens (2007-2011). Είναι ήδη εμφανής σε αυτό το πρώτο project μια εστίαση στις ελάσσονες στιγμές της πόλης και των ανθρώπων της. Ο φακός δεν κυνηγάει την αποφασιστική στιγμή αλλά εστιάζει στο φαινομενικά ασήμαντο, που όμως αποδίδει αφιλτράριστα μια πτυχή της καθημερινότητας με την οποία ο θεατής μπορεί να ταυτιστεί.

Το βλέμμα αυτό πάνω στο αστικό τοπίο και τους ανθρώπους της διατρέχει όλο το έργο του Δημήτρη Κλεάνθη και, όπως μου εξηγεί ο ίδιος, έλκει έντονες επιρροές από το έργο του Ιταλού φωτογράφου Luigi Ghirri (1943-1992) και οξύνθηκε από την εκπαίδευσή του σε θεωρητικό υπόβαθρο στα σεμινάρια του Πλάτωνα Ριβέλλη και σε τεχνικό επίπεδο στο εξάμηνο που πέρασε στο International Center of Photography (ICP) στη Νέα Υόρκη το 2012.

Βρίσκω πάντα γοητευτική – και του το επισημαίνω – την επιλογή ενός δημιουργού να αναδεικνύει τη μικροϊστορία παράλληλα με το επίπεδο των μεγάλων γεγονότων. Αυτό είναι εμφανές τόσο στο έργο του Forensics (2014) με φωτογραφίες από την επίσκεψή του στην Ειδομένη όσο και από το Memorandum (2015-2017), με αναφορά τόσο στην σημασία ενός ημερολογίου αλλά και στην περίοδο του μνημονίου.

Του αρέσει να μελετάει τα ίχνη «αφότου καταλαγιάσει η σκόνη» όπως μου λέει. Ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις φωτογραφίες του που απεικονίζουν ένα συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό θέμα είναι η επιλογή να απεικονίζει και το πλαίσιο από το οποίο περιβάλλεται το θέμα του. Αναφέρει, μάλιστα, πως αυτό υπήρξε κι ένα στοιχείο που ξένισε αρχικά τον Kilian Schmitz-Hübsch στο βιβλίο τους για τις αθηναϊκές πολυκατοικίες, καθώς όταν ξεκινούσαν είχε στο μυαλό του μια πιο ακαδημαϊκή και περισσότερο φορμαλιστική παρουσίαση των υπό εξέταση αθηναϊκών πολυκατοικιών.

Ενδιαφέρον έχει επίσης το πώς έχει οδηγηθεί αλυσιδωτά από το ένα project στο άλλο λέγοντας χαρακτηριστικά ότι συχνά ένα project αποτελεί spin-off ενός άλλου. Παραδείγματος χάριν, μια φωτογραφία εισόδου πολυκατοικίας από το Memorandum (2015-2017) τον οδήγησε να δημιουργήσει την σειρά Entrance (2016). Για τη δουλειά αυτή δημιουργήθηκαν δημοσιεύματα στον Τύπο από τα οποία προέκυψε και η γνωριμία του με τον Kilian Schmitz-Hübsch και η πρόταση για το βιβλίο τους.

Διακρίνει, μάλιστα, μια συγκεκριμένη δομή στη δουλειά του που αφορά την πολυκατοικία. Το Entrance (2016) πραγματεύεται την είσοδο στην πολυκατοικία, το βιβλίο Athens’ Polykatoikias 1930-1975 (2024) καταπιάνεται με το κυρίως σώμα των πολυκατοικιών και το εν εξελίξει πρότζεκτ του Rooftops, terraces and the lost horizon of Athens (2025- ) αφορά τις ταράτσες ως χώρους διαφυγής από την κλειστοφοβία που συχνά προκαλεί το αθηναϊκό δομημένο περιβάλλον στα χαμηλά του και προέκυψε σε συνέχεια του Dérive (2016-2024) που, αντίθετα, εστιάζει σε street photography. Η ταράτσα, όπως αποτυπώνεται στη δουλειά αυτή, λειτουργεί ως ένας χώρος παράλληλος που προσδίδει την ικανοποίηση της ενατένισης του χαμένου αθηναϊκού ορίζοντα.

Ένα ακόμη project εν εξελίξει αποτελεί και το Riviera (2023- ) όπου καταγράφει στιγμιότυπα μιας άμεσης επαφής και οικειοποίησης από τους ανθρώπους του τοπίου της αθηναϊκής ριβιέρας. Σκέφτομαι μοιραία πως οι φωτογραφίες του από την αθηναϊκή ριβιέρα θα αποτελούν ένα τεκμήριο μιας άλλης εποχής για τους ανθρώπους που πιθανόν τις μελετήσουν σε κάποιες δεκαετίες από τώρα.

Μπαίνω στον πειρασμό και τον ρωτάω αν θεωρεί πως οι φωτογραφίες του έχουν ένα στοιχείο ηδονοβλεπτικό. Συνήθως η ηδονοβλεψία έχει στο μυαλό μας μια αρνητική συνυποδήλωση, όμως αυτό καθορίζεται – μου τονίζει – από τις προθέσεις αυτού που φωτογραφίζει και πως «η ηδονοβλεψία είναι ένας τρόπος να παρατηρείς κάτι στην πιο αφιλτράριστη και ειλικρινή μορφή του».
Κλείνοντας, παραδέχεται χωρίς δισταγμό πως η Αθήνα είναι πρωταγωνιστής της δουλειάς του. «Και εξ ανάγκης και από αγάπη γνήσια. Φωτογραφίζεις ό,τι ζεις. Αν πας να φωτογραφίσεις κάτι με το οποίο δεν έχεις πραγματική σχέση, αυτό φαίνεται» μου λέει χαρακτηριστικά.