Η αρχιτεκτονική του γοήτρου στο κέντρο της Αθήνας
Η περίπτωση του Μεγάρου Μποδοσάκη και άλλων έργων του Ανδρέα Πλουμιστού τροφοδοτεί τη συζήτηση για την αρχιτεκτονική του γοήτρου στην Αθήνα
Περπατώντας στην καλοκαιρινή Αθήνα, ο δρόμος με έβγαλε έξω από το Μέγαρο Μποδοσάκη. Πήγα πίσω στο καλοκαίρι του 2023 όταν είχε ξεκινήσει τότε να διαδραματίζεται στις «οθόνες» μας ένα κτηματομεσιτικό σίριαλ πρώτης προβολής και ιδιαίτερου σασπένς. Μετά από πολλά χρόνια στέγασης των κεντρικών της Eurobank στο Μέγαρο Μποδοσάκη, τη ναυαρχίδα του ιδρύματος Μποδοσάκη επί της οδού Αμαλίας και Σουρή, το κτήριο αναζητούσε τον επόμενο μισθωτή καθώς ήταν ήδη αποφασισμένο ότι η διοίκηση της Τράπεζας θα μετακόμιζε μερικές εκατοντάδες μέτρα παραπέρα, σε ιδιόκτητο κτήριο επί της Σταδίου και Ομήρου.

Το αρχικό ενδιαφέρον από διάφορους «μνηστήρες» του ξενοδοχειακού κλάδου εμφανίστηκε πολύ ζωηρό χωρίς όμως να καταφέρει να συνεχίσει αμείωτο στο στάδιο των δεσμευτικών προσφορών λίγους μήνες αργότερα. Ο πολύ μικρός αριθμός θέσεων στάθμευσης του εμβληματικού κτηρίου αλλά και ο όρος του ιδρύματος για μη ύπαρξη περιόδου χάριτος στην καταβολή του μισθώματος για λόγους εργασιών ανακαίνισης ήταν, σύμφωνα με πηγές, μεταξύ των λόγων που περιορίστηκε το αρχικά πολύ έντονο ενδιαφέρον. Το σίριαλ τελείωσε περί τα τέλη της ίδιας χρονιάς με μια ίσως απροσδόκητη εξέλιξη: η Βουλή των Ελλήνων κέρδισε τον διαγωνισμό και εξασφάλισε την μίσθωση του Μεγάρου Μποδοσάκη.

Η μίσθωση του Μποδοσάκειου με είχε τροφοδοτήσει με αρκετές σκέψεις. Η υψηλή ζήτηση για τουριστικές μονάδες και καταλύματα αναμφίβολα στρέφει τις χρήσεις πολλών κτηρίων προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεν μπορεί να παραβλέψει, όμως, κανείς και την κριτική που συχνά ασκείται για έλλειψη ποικιλομορφίας ως προς τις χρήσεις των μεγάλων κτηρίων του κέντρου της Αθήνας. Η στρατηγική θέση του Μεγάρου Μποδοσάκη απέναντι από τον Εθνικό Κήπο και πολύ κοντά στην πλατεία Συντάγματος και την Πλάκα θα το καθιστούσε ενδεχομένως ιδανικό για μετατροπή σε ξενοδοχείο. Ήταν όμως ένας μονόδρομος; Στην πράξη, και μάλιστα μέσω μιας διαδικασίας διαγωνισμού, αποδείχθηκε πως όχι.

Με απασχόλησε, ακόμη, το Μέγαρο Μποδοσάκη ως αρχιτεκτονική σύνθεση. Πρόκειται για ένα έργο σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ανδρέα Πλουμιστού (1897-1962) φέροντας μια κλασικομοντέρνα τεχνοτροπία, όπως πολύ εύστοχα αναφέρει η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ στο έργο της «Δοκίμια για τη Νέα Ελληνική Αρχιτεκτονική». Στα σημαντικά έργα του Ανδρέα Πλουμιστού συγκαταλέγονται τα Προπύλαια του Α’ Νεκροταφείου σε συνεργασία με τον Άρη Κωνσταντινίδη, το ξενοδοχείο Esperia, το κτήριο που σήμερα στεγάζει το υπουργείο Εσωτερικών, καθώς επίσης και το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας. Προσπάθησα να επεξεργαστώ τις κοινές αναφορές και σημασίες που φέρουν τα προαναφερθέντα έργα του Ανδρέα Πλουμιστού ώστε να φτάσω στο σήμερα και στην μίσθωση του πλέον εμβληματικού του έργου, του Μεγάρου Μποδοσάκη. Πρόκειται για συνθέσεις που τοποθετούνται χρονικά από τον Μεσοπόλεμο μέχρι και το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’60. Κτήρια που εμπνέονται από την κλασσική παράδοση, έχοντας όμως στέρεες βάσεις σε έναν μοντέρνο κόσμο που τότε ανοίγεται και απλώνεται και στον οποίο το ελληνικό κράτος, μέσα από επίπονες περιπέτειες, θέλει να βάλει γερά θεμέλια και να πρωτοστατήσει. Δεν είναι τυχαίο που οι δημιουργίες αυτές συνδέονται με τις πλέον ισχυρές θεσμικές εκφάνσεις: Από την είσοδο του Α’ Νεκροταφείου έως τις στέγες υπουργείων και την έδρα της διοίκησης μίας εκ των συστημικών τραπεζών της χώρας, το κοινό έδαφος των έργων γίνεται αντιληπτό. Ακόμη και το Esperia, παρότι ξενοδοχείο και όχι έδρα κάποιου θεσμικού οργάνου, αποτέλεσε για χρόνια πρωταγωνιστικό πεδίο συναντήσεων για την πολιτική και όχι μόνο σκηνή της χώρας.

Μπορούμε στ’ αλήθεια να συζητάμε για μια αρχιτεκτονική του γοήτρου στην Αθήνα; Μια τυπολογία που έχει ως κοινό χαρακτηριστικό την εγκαθίδρυση ενός θεσμικού στάτους μιας εποχής; Αναμφίβολα, τα παραδείγματα είναι κάπως μεμονωμένα και εντοπίζονται σε πολύ κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας. Η κλίμακα της Αθήνας είναι κατά γενική ομολογία κατακερματισμένη, μία συνθήκη που δημιουργεί συχνά δυσαρέσκεια από την άνιση σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αλλά, στον αντίποδα, και ένα πρόσφορο πεδίο νοητικών ανασκαφών της πόλης και εξερεύνησης των πολλαπλών στρώσεών της.
Αυτή, λοιπόν, τη διαδρομή ακολούθησα για να κατανοήσω – από μια συγκεκριμένη οπτική – πώς το Μέγαρο Μποδοσάκη καταλήγει εν τέλει σήμερα να στεγάζει υπηρεσίες της Βουλής των Ελλήνων. Αυτά σκεφτόμουν όταν, εσχάτως, από τον τελευταίο όροφο του Nyx Esperia Palace Hotel Athens, της νέας ζωής που απέκτησε το έργο του Ανδρέα Πλουμιστού, αντίκριζα τον βράχο της Ακρόπολης από μια τόσο προνομιακή θέση που το θέαμα έμοιαζε με μια φανταστική σύνθεση. Ατενίζοντας το πανέμορφο κάδρο απέναντί μου, η ματιά μου έπεσε τόσο στην Οικία Κλεάνθη-Σάουμπερτ όσο και στον Άγιο Νικόλαο Ραγκαβά ενώ οι σκέψεις μου για το πρόσωπο της Αθήνας είχαν πυροδοτηθεί.