Ένα Thirio με τα όλα του μόλις άνοιξε στο κέντρο της Αθήνας
Ο Θωμάς Μάτσας (ο υποφαινόμενος στο δεξί τμήμα της φωτογραφίας) είναι ο σεφ που συζητήθηκε -μαζί με τον Θάνο Φέσκο και τον Παύλο Κυριάκη- περισσότερο από κάθε άλλον το 2025. Έχοντας ήδη την αναγνώριση για την κουζίνα που έφτιαξε στο εστιατόριο Pappu στο Περιστέρι, ο σεφ Μάτσας έκανε «μπαμ» με τα εστιατόρια Striggla και Voulkanizater που άνοιξαν στο τέλος του 2024. Και, πολύ γρήγορα, πήρε την απόφαση να προχωρήσει στο επόμενο πρότζεκτ του, αυτή τη φορά όντας και συνιδιοκτήτης, όχι απλά σεφ. Αφήνοντας το Pappu, ο σεφ Μάτσας επικεντρώνεται πλέον στο Thirio, ένα εστιατόριο που σας είχαμε αναφέρει κάποιες πρώτες λεπτομέρειες εδώ.
Γράφει ο Αχιλλέας Αθανασίου…
Το Thirio άνοιξε την περασμένη Κυριακή δειλά δειλά και δε χάσαμε την ευκαιρία να πάμε να το δοκιμάσουμε.
Βρίσκεται στη Ναυάρχου Νικοδήμου, στον αριθμό 2, όπως ανεβαίνεις τη Νίκης κάνεις αριστερά και μόλις φτάσεις στη Ναυάρχου Νικοδήμου και πάλι αριστερά. Θα δεις μια ταμπέλα που φωτίζει με το όνομα του μαγαζιού.
Φτάνεις απ’ έξω και βλέπεις έναν χώρο cosy, μικρό. Έχει δύο πάγκους, ο ένας μπροστά στην κουζίνα και ο ένας στον πίσω τοίχο. Συνολικά, χωράνε εδώ 16 καθήμενοι. Δε θα είναι για πολύ έτσι. Υπάρχει ο κάτω χώρος που είναι το chef’s table και είναι για πιο πριβέ dinner και events, αλλά ετοιμάζεται και ο δίπλα χώρος που έχουν αγοράσει ο Θωμάς Μάτσας, η Αγγελική Πανταλέων, ο Χάρης Βέντης και η Αφροδίτη Βέντη – οι 3 εκτος του σεφ είναι οι ίδιοι που έχουν και το Striggla. Το πλάνο είναι η συνολική χωρητικότητα καθήμενων να είναι 35 άτομα.

Ο Θωμάς Μάτσας είναι chef de patron, σεφ είναι ο Χρήστος Νιδριώτης, συνεργάτης του Μάτσα από το Alemagou, και η κουζίνα έχει ακόμα 3 μάγειρες.
Είτε καθίσετε στον πάγκο της κουζίνας είτε στον πίσω, έχετε το ίδιο προνόμιο, να σας σερβίρει ο ίδιος ο σεφ Μάτσας μαζί με την ομάδα του κάποια από τα πιάτα και να τα στήνει κιόλας μπροστά σας. Απλώς στον πάγκο της κουζίνας δημιουργείται η αίσθηση του πιο exclusive και «αποκλειστικού», διότι όλα τα πιάτα σερβίρονται με μια τελετουργία.
Ο χώρος συνολικά είναι μπιστρό, δεν έχει καρέκλες για τραπέζια, αλλά ψηλές καρέκλες και έχει στηθεί ώστε ο επισκέπτης να έχει πλήρη θέαση στη δημιουργία της κουζίνας. Ιδιαίτερη λεπτομέρεια που μου άρεσε πολύ, ο πίσω πάγκος έχει στη μπροστινή μεριά του συρτάρια και ράφια, όπου υπάρχουν πιάτα και μαχαιροπήρουνα και δίνει μια πολύ ρουστίκ αίσθηση, του λιγότερο επιτηδευμένου. Τέλεια ατελές.
Η εμπειρία ξεκινά με τα κρασιά, 7 για ένα ποτήρι και 23 για μπουκάλι, ένα μιξ από Ελλάδα και Βουργουνδία-Αλσατία. Πήραμε με την παρέα μου ένα ροζέ Moschopolis 8 που το βρήκα ταιριαστό με την πλειοψηφία των πιάτων που μας σέρβιρε ο σεφ Μάτσας.

Τα πιάτα που δοκιμάσαμε στο εστιατόριο
Ξεκίνημα με κάτι στο οποίο ο σεφ δίνει πάντα μεγάλη έμφαση, το ψωμί. Ένα ψωμί από βύνη, αφράτο, τραγανιστό, ένα ξεκίνημα που σου δίνει το μήνυμα ότι όλα εδώ έχουν προσωπική φροντίδα. Έρχεται μαζί με βλαστάρια κάπαρης, ελιές και μπόλικο ελαιόλαδο. Προσοχή μην πέσετε με τα μούτρα γιατί πρέπει να υπάρξει χώρος στο στομάχι για τη συνέχεια.
Επόμενα μπροστά μας ήρθαν δύο πιάτα για κάθε διατροφική συνήθεια, τα παραπούλια σχάρας με μυρωδικά και μπούκοβο -αν είστε κρεατοφάγοι, έχουν και σουτζούκι- και η πολυχρωμία κουνουπιδιών με υφές κουνουπιδιού, λευκή σοκολάτα και λάδι παστουρμά. Και τα δύο γενναία στην ποσότητα, με αρκετό ζουμί, με παχιά υφή στο στόμα σε κάθε μπουκιά, μαγειρεμένα άρτια. Στο δε κουνουπίδι, το λάδι παστουρμά αν και βαρύ, δεν το νιώθεις τόσο βαρύ. Α, μαζί με αυτά ήρθε και η χειροποίητη τυροκαυτερή από φέτα, γκερεμέζι (τυρί που μοιάζει με την ξινομυζήθρα), πράσινο τσίλι και μπούκοβο που ως μεγάλος φαν των τυροκαυτερών, τη βρήκα εκπληκτική, τόσο υπό την έννοια της έκπληξης στο γευστικό της αποτύπωμα όσο και υπό την έννοια του πόσο άψογη ήταν.
Ακολούθως, ήρθε ένας από τους 6 πρωταγωνιστές στο μενού. Να τους πω πρώτα για να μην σας έχω στο κενό. Η πίτα της μαμάς, ο ντολμάς με κιμά πρόβειο και μοσχαρίσιο, το cinnamon roll κόκορα, τα φιλετάκια μόσχου, τα short ribs και το μπλε καβούρι με μακαρονάκι κοφτό.
Πρώτα θα μιλήσουμε για την πίτα. Ο σεφ Μάτσας επέλεξε να τη σερβίρει σε τάπερ, όπως μας την έδιναν η γιαγιά και η μαμά όταν ήμασταν μικρά, είτε για το σχολείο είτε για το σπίτι. Μια πίτα ρολαριστή, με παχύ, τραγανό φύλλο, γεμιστή με φρέσκα αρωματικά, γιαούρτι και φέτα Λιβαδειάς. Η Λιβαδειά δε λείπει σχεδόν από κανένα πιάτο, ούσα τόπος καταγωγής και σταθερής διαμονής του σεφ. Πίτα που χτυπάει ευαίσθηση χορδή αναμνήσεων, τα αρωματικά τα νιώθεις και στη μύτη και στο στόμα, έχει τον ιδανικό συνδυασμό του τραγανού με το «λιώσιμο/γλύστρημα» του τυριού και του γιαουρτιού.

Μεγάλο must είναι ο ντολμάς που ο σεφ τον καψαλίζει μπροστά στα μάτια μας για να φύγει η υγρασία από το φύλλο και στη συνέχεια χύνει περιμετρικά του αυγολέμονο παχύρρευστο και δυνατό στη γεύση. Πρόβειος και μοσχαρίσιος κιμάς, με τον σεφ να συνεχίζει να επιδεικνύει την αγάπη του στο πρόβειο, όπως και στα άλλα εστιατόριά που μαγειρέυει. Καθότι δεν τρώω κρέας, δεν τον δοκίμασα, αλλά η παρέα μου ενθουσιάστηκε. Το ίδιο ισχύει, έτι περισσότερο, για το cinnamon roll κόκορα με σάλτσα παστιτσάδας και κρέμα μετσοβόνε που είναι και μια πολύ πρωτότυπη δημιουργία.
Το κοφτό μακαρονάκι με κρέμα γαρίδας, αγκινάρες Ιερουσαλήμ και μπλε καβούρι, ήταν η πιο μεγάλη έκπληξη για τις δικές μου γεύσεις, μιας και δεν τρελαίνομαι ιδιαίτερα για θαλασσινά, ούτε για αγκινάρες. Το καβούρι διακριτικό γευστικά, συνολικά ένα πιάτο που ηρεμεί τον ουρανισκό σε σχέση με τις γεύσεις που προηγήθηκαν. Αυτό, φυσικά, ισχύει αν ακολουθήσετε την ίδια διαδρομή πιάτων.
Μια παρένθεση εδώ. Εγώ μπορεί να γράφω και να προσπαθώ να σας μεταφέρω όσο πιο κατανοητά μπορώ τη γεύση, μα αυτή εξαρτάται από τη δική μου διαδρομή στο μενού, το κρασί που επέλεξα, ακόμα και τη διάθεσή μου εκείνη την ημέρα. Κάθε επισκέπτης έχει κάτι άλλο να περιγράψει. Κι αυτό είναι το όμορφο με το φαγητό.
Κι εκεί που το μπλε καβούρι με το μακαρονάκι με έχουν ηρεμήσει, έρχεται πάλι το γευστικό ανέβασμα με το φρέσκο ζυμαρικό, γεμιστό με κρέμα από ποικιλία μανιταριών, που ο σεφ το «λούζει» με σάλτσα ψητού και τρίβει από πάνω αφειδώς τρούφα. Ο συνδυασμός του al dente ζυμαρικού με την κρέμα και την τρούφα είναι θεσπέσιος. Και σίγουρα αν πάω και πάρω λιγότερα πιάτα και εστιάσω σε αυτό, θα το απολαύσω περισσότερο.

Κάπου εδώ τελειώσαμε με τα αλμυρά με την παρέα μου και ήρθε η ώρα των γλυκών. Μπορώ να πω πως, αν και τύπος που θέλει να τελειώνει με αλμυρή γεύση στο στόμα, όταν είχα εξ αρχής στο μενού για τουλουμπάκι και ρυζόγαλο, σκεφτόμουν αυτά. Το ρυζόγαλο γιατί είναι το 2ο αγαπημένου μου γλυκό μετά το γαλακτομπούρεκο και το τουλουμπάκι γιατί το έτρωγα αρκετά μικρός και το θεώρησα αρκετά τολμηρή επιλογή. Δεν υπάρχει εστιατόριο στην Αθήνα να έχει τουλουμπάκι.
Το ρυζόγαλο μου άρεσε πολύ, αν και προσωπικά δεν είμαι καθόλου της καψαλισμένης τύπου κρεμ μπρουλέ επιφάνειας, με τον σεφ να πασπαλίζει με ζάχαρη και να το «καίει». Το τουλουμπάκι με κατέκτησε, όμως. Με ζεστή σοκολάτα να πέφτει πάνω του, με κανέλλα και γαρίφαλο, μέλι και σαλέπι, ήταν σχεδόν αποκαλυπτικό. Τόσο όσο σιροπιαστό, νιώθεις την «ψίχα» του σε κάθε μπουκιά και δεν είναι τόσο λιγωτικό. Η μερίδα περιλαμβάνει τρία τουλουμπάκια για να είμαι ακριβής.
Αυτή ήταν η δική μου γευστική διαδρομή στο εστιατόριο Thirio και για το τέλος το χρηστικό. Τα πιάτα που ανέφερα, ήταν σαφώς αρκετά παραπάνω από όσα θα έτρωγα με την παρέα μου αν είχαμε πάει άλλες 2 φορές πριν στο εστιατόριο. Πήραμε παραπάνω για να δοκιμάσουμε. Θεωρώ πως 2 άτομα θα χορτάσουν και με το παραπάνω με 5 αλμυρά και 1 γλυκό. Σε αυτή την ποσότητα, μια κατά προσέγγιση τιμή κατ’ άτομο είναι στα 55-60 ευρώ, αν βάλουμε και το κρασί, τότε η τιμή πάει στα 75-80 με το tip.
Αυτή η τιμή είναι, φυσικά, τιμή πρώτης φοράς, υπό την έννοια πως τη δεύτερη φορά τα 6 συνολικά πιάτα θα γίνουν πιο στοχευμένα 4 ή μπορεί να παίρνετε ένα για κυρίως κι ένα για τη μέση. Ή σε μια παρέα 4, μοιράζεται ακόμα καλύτερα.
Επειδή, σαφώς, ένα τέτοιο ποσό είναι αρκετά υψηλό, θαρρώ ότι και ένα πιάτο να αντέχει η τσέπη σας να δοκιμάσετε στο εστιατόριο Thirio, δε χρειάζεται δεύτερη σκέψη.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.